Έπειτα από 17 μήνες εκλογικής κρίσης –στην διάρκεια της οποίας «έπαιξε» για την πολιτική του επιβίωση– ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αναμένεται σήμερα στο περιφερειακό δικαστήριο της Ιερουσαλήμ για μια νέα μάχη, δικαστική αυτή τη φορά. Αντιμέτωπος με κατηγορίες για διαφθορά, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ γίνεται ο πρώτος στην ιστορία της χώρας που κάθεται στο εδώλιο· στόχος του να αποφύγει τη φυλακή και να προστατεύσει τη φήμη του.
Παρόμοιες κατηγορίες απαγγέλθηκαν και στον Εχούντ Ολμέρτ, που κρίθηκε ένοχος για δωροδοκία και φυλακίστηκε για 16 μήνες. Πρόκειται για εξέχων μέλος του Λικούντ, του κόμματος του Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Ο μακροβιότερος πρωθυπουργός του Ισραήλ –και ο πρώτος πρωθυπουργός που έχει γεννηθεί μετά τη δημιουργία της χώρας– κατηγορείται ότι δέχθηκε πούρα, σαμπάνιες και κοσμήματα αξίας 180.000 ευρώ με αντάλλαγμα οικονομικές ή προσωπικές χάρες. Σύμφωνα με τους ερευνητές της υπόθεσης, είχε επίσης επιχειρήσει να εξασφαλίσει την εύνοια της μεγαλύτερης εφημερίδας του Ισραήλ, της Γεντιότ Αχρονότ.
Όμως, απ’ όλες τις υποθέσεις που περιλαμβάνονται στη δικογραφία η πιο πολύπλοκη και η πιο σοβαρή αφορά την εταιρεία τηλεπικοινωνιών Bezeq. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου κατηγορείται ότι βοήθησε μέσω της κυβέρνησης τον επικεφαλής της εταιρείας να κερδίσει εκατομμύρια δολάρια, με αντάλλαγμα ευνοϊκή δημοσιότητα από ένα από τα μέσα ενημέρωσης του ομίλου, τον ιστότοπο Walla.
«Στις κλασικές υποθέσεις διαφθοράς όλα γυρίζουν γύρω από το χρήμα. Όμως εδώ πρόκειται για διαφθορά για να επιτύχεις ευνοϊκή δημοσιογραφική κάλυψη. Αυτό είναι χωρίς προηγούμενο», σημειώνει ο Αμίρ Φουκς, ερευνητής στο Δημοκρατικό Ινστιτούτο του Ισραήλ. Πώς αποδεικνύονται δημοσιογραφικές χάρες; «Δεν είναι απλώς να προσφέρεις ευνοϊκή κάλυψη [σ.σ.στον Νετανιάχου], να λες καλά πράγματα γι’ αυτόν. 3ίναι να του παραχωρείς τον πλήρη συντακτικό έλεγχο στα συγκεκριμένα κείμενα και τις φωτογραφίες», προσθέτει.
Η δίκη –που ενδεχομένως να διαρκέσει μήνες, ίσως και χρόνια αν υπάρξουν εφέσεις– επρόκειτο να αρχίσει στα μέσα Μαρτίου, όμως η πανδημία της Covid-19 την έκανε να αναβληθεί μέχρι τις 24 Μαΐου. Η υπόθεση ξεκίνησε τον Νοέμβριο του 2019 με την απαγγελία των κατηγοριών από τον γενικό εισαγγελέα Αβισάι Μάντελμπλιτ, κάτι που είχε θεωρηθεί «καταδίκη σε πολιτικό θάνατο».
Όμως ο «Μπίμπι», όπως τον ονομάζουν οι Ισραηλινοί, κατάφερε να παραμείνει επικεφαλής στο κόμμα του, να κερδίσει την πρώτη θέση στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές, να διαπραγματευθεί μια συμφωνία μοιράσματος της εξουσίας με τον αντίπαλό του Μπένι Γκαντς και έτσι να ξαναγίνει πρωθυπουργός. Σε ό,τι αφορά στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει, δηλώνει αθώος και καταγγέλλει μια συνωμοσία που εξυφάνθηκε εναντίον του από τη Δικαιοσύνη.
Στο Ισραήλ ο πρωθυπουργός δεν διαθέτει δικαστική ασυλία, όμως δεν χρειάζεται να παραιτηθεί ούτε να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία κατά τη διάρκεια της δίκης.
Για τον Γιουβάλ Σάνι, καθηγητή Δικαίου στο εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου θα έχει σύγκρουση συμφερόντων, διότι είναι «επικεφαλής της κυβέρνησης και συνεπώς υπεύθυνος για σημαντικό αριθμό αποφάσεων που μπορούν να επηρεάσουν τη ζωή των ανθρώπων, και ταυτόχρονα κατηγορούμενος που δίνει μάχη εναντίον των κυβερνητικών θεσμών που τον διώκουν».
















