Δύσκολες και παρατεταμένες διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης αναμένονται στο Ισραήλ, καθώς τα οριστικά αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών επιβεβαίωσαν ότι ο δεξιός συνασπισμός υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν διαθέτει την απαιτούμενη πλειοψηφία στην Κνέσετ, παρά τη νίκη του.
Από τις πρώτες κάλπες που στήθηκαν στη χώρα μετά την επίθεση της Χαμάς την 7η Οκτωβρίου 2023, με τη συμμετοχή των πολιτών να αγγίζει το 77% –το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί από το 1999– προέκυψαν τα εξής:
- Το κόμμα Λικούντ του Μπενιαμίν Νετανιάχου παραμένει πρώτη δύναμη με 27 έδρες. Η απερχόμενη συμπολίτευση δεξιάς, άκρας δεξιάς και υπερορθόδοξων εβραίων εξασφαλίζει 53 έδρες στις 120 της Κνέσετ.
- Η συμμαχία της αντιπολίτευσης υπό τον κεντρώο Γκάντι Άιζενκοτ συγκεντρώνει 48 έδρες.
- Θεαματική άνοδο κατέγραψαν οι δύο αραβικές παρατάξεις (Ραμ και Ενοποιημένη Λίστα), οι οποίες καταλαμβάνουν συνολικά 19 έδρες, καθιστώντας τες ρυθμιστικούς παράγοντες για την επόμενη ημέρα.
Καταγγελίες για νοθεία και πολιτική ένταση
Η ενίσχυση των αραβικών κομμάτων προκάλεσε την αντίδραση της παράταξης Νετανιάχου, με στελέχη της να καταγγέλλουν εκλογική νοθεία και χρηματοδότηση από το Κατάρ για εξαγορά ψήφων. Οι αιτιάσεις αυτές απορρίφθηκαν κατηγορηματικά τόσο από τη Ντόχα όσο και από τα αραβικά κόμματα. Παράλληλα, ο Γκάντι Άιζενκοτ κατηγόρησε τον Νετανιάχου για προσπάθεια απονομιμοποίησης του εκλογικού αποτελέσματος.
Η υπηρεσία εσωτερικής ασφαλείας Σιν Μπετ ανακοίνωσε ότι διεξάγει έρευνα για πιθανές παρατυπίες, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν στοχοποιεί ολόκληρη την αραβική κοινότητα.
Από την πλευρά της, η εκλογική επιτροπή χαρακτήρισε «εντελώς ανυπόστατες» τις φήμες περί νοθείας.
Το παρασκήνιο
Τα τελικά αποτελέσματα παραδίδονται στον πρόεδρο Ισαάκ Χέρτσογκ, ο οποίος θα εκκινήσει τις διαβουλεύσεις με τους πολιτικούς αρχηγούς για την ανάθεση της εντολής σχηματισμού κυβέρνησης. Σε περίπτωση αδιεξόδου, δεν αποκλείεται η προσφυγή εκ νέου στις κάλπες.
Ήδη στην αντιπολίτευση καταγράφεται έντονη κινητικότητα· ο ηγέτης των Δημοκρατικών, Γιαΐρ Γκολάν, συνάντησε τον Γκάντι Άιζενκοτ, τον επικεφαλής του Ραμ, Μανσούρ Αμπάς, καθώς και τον Γιαΐρ Λαπίντ. Παράλληλα, το υπερορθόδοξο κόμμα «Ενωμένος Ιουδαϊσμός της Τορά» φέρεται να εξέφρασε υποστήριξη στον Άιζενκοτ, θέτοντας ως όρο την εξαίρεση των υπερορθόδοξων από τη στρατιωτική θητεία –όρος που έρχεται σε αντίθεση με τις προεκλογικές δεσμεύσεις του Άιζενκοτ.

















