Την άρνηση της Γενοκτονίας των Αρμενίων επαναφέρει ο Εμρέ Κονγκάρ, με άρθρο της 18ης Οκτωβρίου στη Cumhuriyet, συνδέοντάς την με κατηγορίες κατά της Ελλάδας.
Η πολιτική ταυτότητα της εφημερίδας και των προσώπων δίνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην παρέμβαση.
Η Cumhuriyet έχει κεμαλικές και αριστερές καταβολές, ο αρθρογράφος αυτοπροσδιορίζεται ως σοσιαλδημοκράτης, ενώ ο συγγραφέας του βιβλίου που προβάλλεται, Αλέβ Τζοσκούν, υπήρξε βουλευτής και υπουργός του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος – CHP.
Στο στόχαστρο η Ελλάδα για Αιγαίο και Κύπρο
Ο Κονγκάρ κατηγορεί Έλληνες και Αρμενίους ότι υποδαυλίζουν αντιτουρκική εχθρότητα στη Δύση. Αποδίδει στην Ελλάδα «κατοχές και διεκδικήσεις» σε νησιά και θαλάσσιο χώρο στο Αιγαίο, «κατοχικές και άδικες» αξιώσεις στην Κύπρο και αντιτουρκική προπαγάνδα σε ΕΕ και ΗΠΑ.
Επίσης, συνδέει τον ελληνικό και τον αρμενικό εθνικισμό με τρομοκρατία και διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας
Κεμαλική εφημερίδα με αριστερές καταβολές
Η Cumhuriyet, που ιδρύθηκε το 1924, αποτελεί ιστορικό τίτλο του κοσμικού, κεμαλικού Τύπου της Τουρκίας.
Η πολιτική της διαδρομή συνδέεται με την αριστερά και την κεντροαριστερά, ενώ κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς της παραμένει η υπεράσπιση της κληρονομιάς του Μουσταφά Κεμάλ και του κοσμικού κράτους. Το ευρωπαϊκό παρατηρητήριο Τύπου Eurotopics την κατατάσσει στον κεμαλικό χώρο.
Η εφημερίδα έχει ασκήσει έντονη κριτική στην εξουσία Ερντογάν, ενώ δημοσιογράφοι και στελέχη της έχουν υποστεί διώξεις και φυλακίσεις. Παράλληλα, έχει γνωρίσει σοβαρές εσωτερικές συγκρούσεις για την πολιτική και δημοσιογραφική της κατεύθυνση.
Το 2018, η αλλαγή διοίκησης και η επιστροφή του Τζοσκούν στην ηγεσία του ιδρύματος που ελέγχει την εφημερίδα συνοδεύτηκαν από ενίσχυση της αυστηρότερης κεμαλικής γραμμής και παραιτήσεις δημοσιογράφων. Όπως κατέγραψε το Mapping Media Freedom, η αντιπαράθεση αφορούσε, μεταξύ άλλων, τη στάση απέναντι στην επίσημη κρατική ιδεολογία και στο Κουρδικό.
Αυτό το υπόβαθρο βοηθά να διαβαστεί πολιτικά η σημερινή παρέμβαση: η αντιπολίτευση στον Ερντογάν και η υπεράσπιση του κοσμικού κράτους μπορούν να συνυπάρχουν με την αναπαραγωγή εθνικών αφηγημάτων άρνησης.
Ο σοσιαλδημοκράτης αρθρογράφος και ο πρώην υπουργός του CHP
Ο Εμρέ Κονγκάρ είναι κοινωνιολόγος, πανεπιστημιακός και συγγραφέας. Σε συνέντευξη που διατηρεί στον προσωπικό του ιστότοπο έχει περιγράψει τον εαυτό του ως «πρώτα δημοκράτη και έπειτα σοσιαλδημοκράτη», δηλώνοντας παράλληλα οπαδός του Ατατούρκ. Στην ίδια συνέντευξη απορρίπτει τον χαρακτηρισμό του εθνικιστή.
Στην πρόσφατη αρθρογραφία του καταφέρεται κατά της μονοπρόσωπης διακυβέρνησης και των κυβερνητικών παρεμβάσεων στην αντιπολίτευση, προβάλλοντας τη δημοκρατία, την κοσμικότητα και το κράτος δικαίου.
Ο Αλέβ Τζοσκούν, από την πλευρά του, προέρχεται από τον πολιτικό και διανοητικό χώρο του κεμαλισμού.
Σύμφωνα με το βιογραφικό του στο Ίδρυμα Cumhuriyet, διετέλεσε βουλευτής Σμύρνης του CHP την περίοδο 1973-1980 και υπουργός Τουρισμού και Προβολής το 1978-1979. Έχει διδάξει πολιτική επιστήμη, δημόσια διοίκηση και κεμαλική σκέψη, ενώ στο συγγραφικό του έργο περιλαμβάνονται βιβλία για το CHP, τον Ισμέτ Ινονού και τον κεμαλισμό.
Σήμερα είναι πρόεδρος του Ιδρύματος Cumhuriyet και εκδότης της εφημερίδας εκ μέρους του ιδρύματος, όπως επιβεβαιώνει και η επίσημη εκδοτική της ταυτότητα. Επομένως, το βιβλίο που προβάλλεται συνδέεται άμεσα και με την ηγεσία του ίδιου του μέσου.
Η έκθεση Χάρμπορντ και η αντίφαση του άρθρου
Το βιβλίο, Τρία έγγραφα που καταρρίπτουν τους αρμενικούς ισχυρισμούς, προβάλλει την υπόθεση της Μάλτας, την έκθεση Χάρμπορντ του 1919 και κείμενο του πρώτου πρωθυπουργού της Αρμενίας, Χοβανές Κατσαζνουνί, του 1923. Ο Κονγκάρ ισχυρίζεται ότι ο Χάρμπορντ διέψευσε τις αναφορές σε σφαγές Αρμενίων.
Το πρωτογενές τεκμήριο όμως, το οποίο είναι διαθέσιμο στο ιστορικό αρχείο του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, περιγράφει οργανωμένες σφαγές και εκτοπίσεις.
Στην έκθεση της 16ης Οκτωβρίου 1919, ο Αμερικανός στρατηγός αναφέρει ότι «οι σφαγές και οι εκτοπίσεις οργανώθηκαν την άνοιξη του 1915 βάσει συγκεκριμένου συστήματος». Ακολουθούν περιγραφές δολοφονιών ανδρών, εκτοπισμού γυναικών, ηλικιωμένων και παιδιών προς τη Συρία και την Αραβία, καθώς και μαζικών θανάτων από πείνα, ασθένειες και βία.
Η ίδια έκθεση περιλαμβάνει και αναφορές σε αρμενικές αντεκδικήσεις και βία κατά μουσουλμάνων. Η καταγραφή τους συνυπάρχει ωστόσο με τη ρητή περιγραφή των οργανωμένων σφαγών των Αρμενίων.

















