Μία από τις νίκες που άνοιξαν το δρόμο για την ελληνική ανεξαρτησία χαρακτηρίστηκε από τον βρετανικό Θρόνο «ατυχές γεγονός». Στον βασιλικό λόγο που διαβάστηκε στο Κοινοβούλιο στις 29 Ιανουαρίου 1828, εκφραζόταν λύπη για τη σύγκρουση με τη ναυτική δύναμη ενός παλαιού συμμάχου: της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Είχαν περάσει μόλις τρεις μήνες από τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, στις 20 Οκτωβρίου 1827, όταν οι στόλοι της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας συνέτριψαν τον οθωμανοαιγυπτιακό στόλο στον κόλπο της σημερινής Πύλου. Για την Ελληνική Επανάσταση η έκβαση υπήρξε σωτήρια καμπή.
Στην επέτειο των 199 χρόνων, αυτή η διαφορετική υποδοχή της ίδιας νίκης υπενθυμίζει πόσα χάνονται όταν η ανεξαρτησία περιγράφεται απλώς ως δώρο των ισχυρών.
Οι σύμμαχοι συνάντησαν έναν αγώνα έξι χρόνων
Όταν εμφανίστηκαν τα συμμαχικά πολεμικά, η Επανάσταση είχε ήδη διανύσει έξι και πλέον χρόνια. Οι ελληνικές επιτυχίες, με χαρακτηριστική την ήττα του Δράμαλη το 1822, είχαν διατηρήσει το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου υπό επαναστατικό έλεγχο έως την απόβαση του Ιμπραήμ το 1825.
Στο μεταξύ, και η οθωμανική πλευρά είχε αναζητήσει πρόσθετη στρατιωτική ισχύ.
Ο σουλτάνος είχε προσφύγει στον Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου, υποσχόμενος την Πελοπόννησο στον Ιμπραήμ. Η Αίγυπτος παρέμενε τυπικά υποτελής στην Πύλη, αλλά ο ηγεμόνας της διέθετε δικές του φιλοδοξίες και ισχυρές δυνάμεις. Ο στρατός που αποβιβάστηκε στη Μεσσηνία είχε οργανωθεί από Γάλλους αξιωματικούς.
Η καταστολή της Επανάστασης απαιτούσε και αυτή συμφωνίες, ανταλλάγματα και ενισχύσεις.
Το 1827, ωστόσο, η ελληνική θέση ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Οι εμφύλιες συγκρούσεις είχαν εξαντλήσει δυνάμεις, ο Ιμπραήμ είχε ανατρέψει τους συσχετισμούς στον Μοριά, ενώ είχαν πέσει το Μεσολόγγι και η Ακρόπολη.
Η αναγνώριση της προηγούμενης ελληνικής αντοχής κάνει ακόμη πιο ευδιάκριτη την κρισιμότητα της συμμαχικής επέμβασης εκείνη τη στιγμή.
Ανθρωπισμός, συμφέροντα και μια Ελλάδα φόρου υποτελής
Ο ελληνικός αγώνας είχε περάσει στην ευρωπαϊκή δημόσια ζωή, στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική. Ο Μπάιρον, ο Ουγκώ και ο Ντελακρουά αποτελούν χαρακτηριστικές όψεις αυτής της κινητοποίησης. Οι σφαγές της Χίου και η καταστροφή του Μεσολογγίου έγιναν θέματα έργων που έδωσαν στην ελληνική υπόθεση διεθνή απήχηση.
Οι κυβερνήσεις υπολόγιζαν παράλληλα τα δικά τους συμφέροντα. Η Βρετανία επιδίωκε να περιορίσει τη ρωσική επιρροή στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο· η Γαλλία ενδιαφερόταν να διατηρήσει ρόλο στις εξελίξεις.
Το ίδιο το προοίμιο της Συνθήκης του Λονδίνου της 6ης Ιουλίου 1827 συνδύαζε την ανθρωπιστική επίκληση με αναφορές στο εμπόριο, στην πειρατεία και στην ευρωπαϊκή ειρήνη. Ακόμη πιο αποκαλυπτικός ήταν ο επιδιωκόμενος συμβιβασμός: αυτονομία υπό τον σουλτάνο και καταβολή ετήσιου φόρου, με ελληνικές αρχές στην επιλογή των οποίων η Πύλη θα διατηρούσε δικαίωμα παρέμβασης.
Η ανεξαρτησία, επομένως, δεν ήταν ήδη αποφασισμένη όταν τα συμμαχικά πλοία κατέπλευσαν στο Ναυαρίνο. Η απόσταση ανάμεσα σε όσα επιδίωκαν οι Δυνάμεις και σε όσα τελικά προέκυψαν είναι ουσιώδες μέρος της ιστορίας.
Ο αγώνας συνεχίστηκε μετά τη ναυμαχία
Η καταστροφή του στόλου δεν απομάκρυνε αυτομάτως τον Ιμπραήμ ούτε έκλεισε το εδαφικό ζήτημα. Ακολούθησαν η γαλλική εκστρατεία στην Πελοπόννησο το 1828 και ο ρωσοτουρκικός πόλεμος του 1828-1829, που αύξησαν την πίεση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Παράλληλα συνεχίστηκαν οι ελληνικές επιχειρήσεις στη Στερεά. Στις 12 Σεπτεμβρίου 1829, σχεδόν δύο χρόνια μετά το Ναυαρίνο, ο Δημήτριος Υψηλάντης νίκησε στην Πέτρα της Βοιωτίας, στην τελευταία μάχη της Επανάστασης.
Στη διπλωματία, ο Ιωάννης Καποδίστριας διεκδικούσε τα σύνορα του υπό διαμόρφωση κράτους, καταθέτοντας υπομνήματα στους εκπροσώπους των Δυνάμεων. Η διεθνής αναγνώριση κυρίαρχης και ανεξάρτητης Ελλάδας ήρθε με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830.
Αυτή η διαδρομή δείχνει γιατί η διπλωματία ανήκει επίσης στην ιστορία του Αγώνα: Η ελληνική αντίσταση δημιούργησε και διατήρησε το ζήτημα, η συμμαχική ισχύς άλλαξε αποφασιστικά τους όρους του και η στρατιωτική και πολιτική προσπάθεια συνεχίστηκε ώσπου η αυτονομία να γίνει ανεξαρτησία.

















