Με την προκήρυξη πρόωρων εκλογών για τις 29 Νοεμβρίου, ο Πέδρο Σάντσεθ ανοίγει μια πολιτική αναμέτρηση με διακύβευμα που εκτείνεται πέρα από τα ισπανικά σύνορα.
Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι επιδιώκει την ανανέωση της λαϊκής εντολής και μια ευρύτερη προοδευτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αναγνωρίζοντας τη δυσαρέσκεια για προβλήματα όπως η στέγαση και οι ανισότητες.
Η νέα εκλογική παρτίδα βρίσκει τον 54χρονο ηγέτη των Σοσιαλιστών σε μια σύνθετη θέση: η αντιπαράθεσή του με τον Ντόναλντ Τραμπ και η δημόσια τοποθέτησή του για τη Γάζα έχουν ενισχύσει την παρουσία του στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή. Στο εσωτερικό, όμως, η κυβέρνηση δυσκολεύεται να μετατρέψει τις εξαγγελίες της σε ψηφισμένους νόμους.
Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη διεθνή επιρροή και την κοινοβουλευτική αδυναμία βρίσκεται στον πυρήνα του στοιχήματός του.
Το «όχι στον πόλεμο» και τα όρια της συμμαχίας με τις ΗΠΑ
Η αντίθεση του Σάντσεθ στον πόλεμο κατά του Ιράν έδωσε στη Μαδρίτη διακριτή θέση μέσα στο δυτικό στρατόπεδο. Το «Όχι στον πόλεμο» απέκτησε και επιχειρησιακό περιεχόμενο: σύμφωνα με την ενημέρωση του πρωθυπουργού προς την ισπανική Βουλή τον Μάρτιο, η κυβέρνηση αρνήθηκε τη χρήση των βάσεων Ρότα και Μορόν για τις επιχειρήσεις εναντίον του Ιράν, καθώς και σχετικά σχέδια πτήσεων, επικαλούμενη τις διμερείς συμφωνίες και την ισπανική κυριαρχία.
Η διαφωνία αφορά και τις αμυντικές δαπάνες. Στην ομιλία του στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, στις 23 Σεπτεμβρίου, ο Σάντσεθ επανέλαβε την άρνηση της Ισπανίας να τις αυξήσει στο 5% του ΑΕΠ. Παράλληλα, υπερασπίστηκε το εμπάργκο όπλων προς το Ισραήλ και κατήγγειλε ως γενοκτονία τις ενέργειες της κυβέρνησης Νετανιάχου στη Γάζα.
Πολιτικά, οι επιλογές αυτές αναδεικνύουν το ζήτημα των περιθωρίων ευρωπαϊκής αυτονομίας απέναντι στην Ουάσινγκτον.
Για τον Σάντσεθ αποτελούν επίσης στοιχείο ταυτότητας: τον τοποθετούν μεταξύ των πιο προβεβλημένων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής Αριστεράς, σε μια περίοδο ενίσχυσης της δεξιάς και της άκρας δεξιάς.
Το Μεταναστευτικό ως επιλογή και δοκιμασία
Ανάλογη διαφοροποίηση καταγράφεται στο Μεταναστευτικό. Τον Απρίλιο η ισπανική κυβέρνηση ενέκρινε διαδικασία νομιμοποίησης για μετανάστες που βρίσκονταν ήδη στη χώρα, με προϋποθέσεις για τη διάρκεια παραμονής και το ποινικό μητρώο, συνδέοντας την ένταξή τους με τη νόμιμη εργασία και την κοινωνική συνοχή.
Η πολιτική αυτή δοκιμάστηκε από τη μαζική είσοδο δεκάδων χιλιάδων μεταναστών στη Θέουτα τον Ιούλιο του 2026.
Η κρίση στον ισπανικό θύλακα της βόρειας Αφρικής αύξησε την πίεση προς την κυβέρνηση και έδωσε στην αντιπολίτευση ένα ακόμη πεδίο επίθεσης.
Για τον Σάντσεθ, το πολιτικό ζητούμενο είναι να συνδυάσει την υπεράσπιση των δικαιωμάτων και της ένταξης με την αποτελεσματική διαχείριση των συνόρων και των δομών υποδοχής. Στην προεκλογική αντιπαράθεση, αυτή η ισορροπία αναμένεται να αποτελέσει κεντρικό σημείο σύγκρουσης.
Η στεγαστική κρίση έφερε τις κάλπες
Το άμεσο κυβερνητικό αδιέξοδο, ωστόσο, βρίσκεται στη στέγη. Η αδυναμία υπερψήφισης δύο κρίσιμων στεγαστικών παρεμβάσεων ανέδειξε τα όρια μιας κυβέρνησης που εξαρτάται από διαρκείς διαπραγματεύσεις με εταίρους διαφορετικών πολιτικών επιδιώξεων.
Η δυσκολία έγκρισης νέου προϋπολογισμού έχει ήδη περιορίσει τις δυνατότητες άσκησης πολιτικής. Την ίδια ώρα, οι δικαστικές υποθέσεις που αφορούν τη σύζυγό του και στενούς συνεργάτες του στο Σοσιαλιστικό Κόμμα (PSOE) συντηρούν την πολιτική πίεση και τις εκκλήσεις της δεξιάς και της άκρας δεξιάς για παραίτηση.
Συνεπώς, οι εκλογές αποτελούν προσπάθεια εξόδου από μια παρατεταμένη κοινοβουλευτική εμπλοκή. Περιλαμβάνουν όμως ουσιαστικό κίνδυνο: σύμφωνα με το Reuters, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν προβάδισμα του συντηρητικού Λαϊκού Κόμματος (PP) και πιθανότητα σχηματισμού κυβέρνησης με το ακροδεξιό Vox.
Οι συμμαχίες που τον κράτησαν στην εξουσία
Ο Σάντσεθ έχει επιστρέψει επανειλημμένα όταν η πολιτική του πορεία έμοιαζε να τελειώνει. Ανέλαβε την ηγεσία του PSOE το 2014, απομακρύνθηκε έπειτα από εκλογικές αποτυχίες και επανήλθε με την υποστήριξη της κομματικής βάσης, αφού περιόδευσε σε όλη την Ισπανία.
Τον Ιούνιο του 2018, συγκέντρωσε την Αριστερά και τα βασκικά και καταλανικά κόμματα γύρω από την πρόταση μομφής που ανέτρεψε τον Μαριάνο Ραχόι, εν μέσω σκανδάλου διαφθοράς. Αργότερα συγκυβέρνησε με τους άλλοτε ανταγωνιστές του Podemos, προωθώντας μεταρρυθμίσεις στην εργασία και στις συντάξεις, αυξήσεις στον κατώτατο μισθό και τη νομοθεσία για τη μνήμη των θυμάτων του Εμφυλίου και της δικτατορίας του Φράνκο.
Το 2023, μετά την ήττα της Αριστεράς στις τοπικές εκλογές, προκήρυξε πρόωρες βουλευτικές εκλογές. Τερμάτισε δεύτερος πίσω από τον Αλμπέρτο Νούνιεθ Φεϊχό, αλλά διατήρησε την πρωθυπουργία εξασφαλίζοντας την υποστήριξη της ριζοσπαστικής Αριστεράς και περιφερειακών κομμάτων.
Κεντρική παραχώρηση προς το Junts per Catalunya του Κάρλες Πουτσντεμόν υπήρξε η αμνηστία για όσους ενεπλάκησαν στην απόπειρα απόσχισης της Καταλονίας το 2017 – μέτρο στο οποίο ο ίδιος είχε προηγουμένως αντιταχθεί. Οι συμφωνίες εκείνες εξασφάλισαν την παραμονή του στην εξουσία, διατήρησαν όμως την κυβέρνηση εξαρτημένη από εύθραυστες ισορροπίες.
Στο Manual de resistencia (Εγχειρίδιο αντίστασης), την αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε το 2019, ο πρώην μπασκετμπολίστας έγραφε: «Έχω μάθει να δίνω το μάξιμουμ μέχρι ο διαιτητής να σφυρίξει το τέλος του ματς».

















