Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923, περίπου 100 οικογένειες Ελλήνων Ευαγγελικών προσφύγων έλαβαν 6.000 στρέμματα στα βορειοδυτικά της Κατερίνης. Η απόφαση αυτή αποτέλεσε τη… ληξιαρχική πράξη γέννησης των Ευαγγελικών, ενός συνοικισμού που δημιουργήθηκε από ανθρώπους οι οποίοι ήταν Έλληνες και χριστιανοί, αλλά δεν καλύπτονταν από τη Σύμβαση της Λοζάνης για την ανταλλαγή πληθυσμών επειδή δεν ήταν Ορθόδοξοι.
Η σχεδόν άγνωστη αυτή ιστορία αναδεικνύεται από τη Βασιλική Σταθοκώστα.

Την βρίσκουμε στο κεφάλαιο «Στιγμιότυπα από την εγκατάσταση των Μικρασιατών Ελλήνων ευαγγελικών προσφύγων στην Ελλάδα», το οποίο περιλαμβάνεται στον νέο συλλογικό τόμο του Πανεπιστημίου Αθηνών για την παρουσία και τη συμβολή των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής στην Ελλάδα του 20ού αιώνα.
Η μελέτη φωτίζει μια προσφυγική εμπειρία που δεν χωρά εύκολα στο γνώριμο δίπολο Έλληνας και Ορθόδοξος.
Η θρησκεία ως σύνορο της Ανταλλαγής
Η Σύμβαση περί ανταλλαγής των ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών, που υπογράφηκε στη Λοζάνη στις 30 Ιανουαρίου 1923, δεν όριζε τους μετακινούμενους αποκλειστικά με βάση την εθνική τους συνείδηση ή τη γλώσσα.
Το άρθρο 1 προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων ελληνικού ορθόδοξου θρησκεύματος που ήταν εγκατεστημένοι στην Τουρκία και των Ελλήνων υπηκόων μουσουλμανικού θρησκεύματος που ζούσαν στην Ελλάδα.
Οι Έλληνες Ευαγγελικοί της Μικράς Ασίας και του Πόντου δεν ανήκαν, επομένως, στη νομική κατηγορία των ανταλλάξιμων.
Όπως επισημαίνει η Βασιλική Σταθοκώστα, πολλοί δεν γνώριζαν καν ότι εξαιρούνταν. Άλλοι έφυγαν από φόβο, μαζί με τους Ορθόδοξους συμπατριώτες τους, ενώ άλλοι παρέμειναν για ένα διάστημα και πρόλαβαν να εκποιήσουν μέρος της περιουσίας τους.
Η αποχώρησή τους δεν υπαγορεύτηκε με τον ίδιο τρόπο από τη Σύμβαση, αλλά από την ανασφάλεια, τις διώξεις που είχαν προηγηθεί και την αίσθηση ότι η θέση τους βρισκόταν μαζί με τον υπόλοιπο ελληνισμό.
Η εξαίρεση είχε και πρακτικές συνέπειες. Με την άφιξή τους στην Ελλάδα, δεν είχαν το ίδιο δικαίωμα αποζημίωσης με τους ανταλλάξιμους. Η ελληνική πολιτεία τούς πρότεινε να παραμείνουν και δέχθηκε το αίτημά τους να εγκατασταθούν συγκεντρωμένοι ως θρησκευτική κοινότητα. Επιτροπή τους αναζήτησε κατάλληλο τόπο στη Μακεδονία και κατέληξε στην Κατερίνη.
Από τα Κοτύωρα στην Κατερίνη
Η μεγαλύτερη ομάδα προερχόταν από τα Κοτύωρα του Πόντου, τη σημερινή Ορντού, όπου υπήρχε οργανωμένη ελληνική ευαγγελική κοινότητα ήδη από τον 19ο αιώνα.
Το 1891, σύμφωνα με την έρευνα των Sam Topalidis και Angela Triandafillou, η κοινότητα των Κοτυώρων ήταν η πολυπληθέστερη ελληνική ευαγγελική κοινότητα της Ανατολίας. Διέθετε ναό και σχολείο, ενώ οι πιστοί της μιλούσαν ελληνικά και διατηρούσαν σαφή ελληνική εθνική συνείδηση.
Η διαφορετική ομολογία δεν σήμαινε αποκοπή από τους Ορθόδοξους ομογενείς. Σε κρίσιμες στιγμές, οι Ευαγγελικοί των Κοτυώρων ζήτησαν κοινή εκπροσώπηση όλων των Ελλήνων της πόλης απέναντι στις οθωμανικές Αρχές, αρχικά μέσω του αρχιερατικού επιτρόπου Θεόδωρου Κολεσίδη και αργότερα μέσω του μητροπολίτη Νεοκαισάρειας και Κοτυώρων Πολύκαρπου.

Οι σχέσεις των δύο κοινοτήτων δεν ήταν πάντοτε αρμονικές, καθώς η δράση των Ευαγγελικών συχνά αντιμετωπιζόταν ως προσηλυτισμός. Ωστόσο, η θρησκευτική διαφορά δεν ακύρωνε την κοινή εθνική ταυτότητα ούτε την κοινή εμπειρία των διώξεων.
Η 27η Σεπτεμβρίου και τα 6.000 στρέμματα
Στις 27 Σεπτεμβρίου 1923, με απόφαση που υπέγραψαν ο Επιμελητής Εποικισμού και ο πρόεδρος της Κοινότητας Κατερίνης, παραχωρήθηκαν στην Προσφυγική Ομάδα Ευαγγελικών περίπου 6.000 στρέμματα στη θέση Τσερκέζ Μαχαλά.
Έναν χρόνο αργότερα δόθηκαν ακόμη 1.750 στρέμματα, τα οποία μοιράστηκαν στους δικαιούχους με κλήρο και υπό την εποπτεία του Εποικισμού Κατερίνης.
Η επιλογή δεν γέννησε απλώς έναν ακόμη προσφυγικό καταυλισμό. Ο συνοικισμός σχεδιάστηκε με ορθογώνιο κάνναβο, φαρδείς δρόμους και σαφή διάκριση ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό χώρο.
Στο κέντρο προβλέφθηκαν δύο μεγάλα οικοδομικά τετράγωνα για το ναό, το σχολείο και τα κοινοτικά κτήρια, καθώς και πλατεία και πάρκο. Η πολεοδομική οργάνωση των Ευαγγελικών αποτέλεσε καινοτομία για την Κατερίνη της εποχής και διατηρείται σε σημαντικό βαθμό μέχρι σήμερα.
Μια κοινότητα που δεν έμεινε στο περιθώριο
Από τις αρχές του 1924 οργανώθηκαν η εκκλησία, το Κυριακό Σχολείο, η Φιλόπτωχος Αδελφότητα, ομάδες νέων και γυναικών, αναγνωστήριο και χορωδία.
Ο ναός ανεγέρθηκε το 1925. Το 1930 πυρπολήθηκε μέσα σε κλίμα θρησκευτικού φανατισμού και ανοικοδομήθηκε το 1931. Παρά τις εντάσεις, οι κάτοικοι ανέπτυξαν γεωργική, κοινωνική, πολιτική και εκδοτική δραστηριότητα. Ίδρυσαν γεωργικό συνεταιρισμό, συμμετείχαν στην αυτοδιοίκηση και πρωτοστάτησαν στην έκδοση τοπικών εφημερίδων.

Στις μορφές που συνδέθηκαν με την κοινότητα ξεχωρίζει ο γιατρός Χαράλαμπος Σιδηρόπουλος, πρώην δήμαρχος των Κοτυώρων και συνεργάτης του μητροπολίτη Πολύκαρπου στα ζητήματα κοινής εκπροσώπησης των Ελλήνων.
Στην Κατερίνη ανέπτυξε πολιτική και κοινωνική δράση και το 1945 εκτέλεσε χρέη δημάρχου. Το 1933 δήμαρχος Κατερίνης εξελέγη ο Ευαγγελικός Αιμίλιος Ξανθόπουλος, με καταγωγή από τη Φάτσα, ενώ ο Κοτυωρίτης Σάββας Κανταρτζής άφησε έντονο αποτύπωμα στον συνεταιρισμό, στην πολιτική και στον Τύπο.
Έλληνες αλλά όχι Ορθόδοξοι
Η εγκατάσταση στην Ελλάδα δεν εξαφάνισε την καχυποψία. Οι Μικρασιάτες Ευαγγελικοί βρέθηκαν συχνά αντιμέτωποι με την αντίληψη ότι, αφού δεν ήταν Ορθόδοξοι, δεν μπορούσαν να είναι πραγματικά Έλληνες.
Η ιεραποστολική τους δράση συνδέθηκε με το ζήτημα του προσηλυτισμού και, ιδιαίτερα στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον των μεταπολεμικών δεκαετιών, αντιμετωπίστηκε ορισμένες φορές ως απειλή για τη θρησκευτική και εθνική ομοιογένεια.
Η πορεία τους, ωστόσο, αμφισβήτησε στην πράξη την ταύτιση της ελληνικότητας με μία μόνο θρησκευτική ταυτότητα. Οι κοινότητες που δημιούργησαν στην Κατερίνη, στην Αθήνα, στη Βέροια, στη Σεβαστή, στον Μυλότοπο και αλλού έγιναν τμήμα της κοινωνικής ζωής της χώρας.
Η Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία απέκτησε ρητή νομική αναγνώριση ως εκκλησιαστικό νομικό πρόσωπο με το νόμο 4301/2014.
Σήμερα, το όνομα «Ευαγγελικά» παραμένει χαραγμένο στον χάρτη της Κατερίνης. Πίσω του βρίσκεται η ιστορία μιας μικρής προσφυγικής ομάδας που δεν εντασσόταν στους αυστηρούς νομικούς ορισμούς της Ανταλλαγής, αλλά μοιράστηκε τον ξεριζωμό του μικρασιατικού και ποντιακού ελληνισμού.


















