Η ιστορία της Εκκλησίας είναι συνυφασμένη με την κινητικότητα των λαών και τη συνάντηση με το διαφορετικό και η Θεσσαλονίκη αποτελεί χαρακτηριστικό ιστορικό παράδειγμα αυτής της πραγματικότητας, επισημάνθηκε από τους ομιλητές στο 18ο Διαχριστιανικό Συμπόσιο του Τμήματος Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Φραγκισκανικού Ινστιτούτου Πνευματικότητας του Ποντιφικού Πανεπιστημίου Antonianum της Ρώμης, που ξεκίνησε στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
Το Διαχριστιανικό Συμπόσιο με τίτλο «Η χριστιανική πίστη σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον» αποτελεί μια μακροχρόνια συνεργασία μεταξύ των δύο φορέων, ενώ –με αφορμή και το Φραγκισκανικό Ιωβηλαίο– το θέμα της φετινής διοργάνωσης, όπως παρουσιάστηκε την πρώτη ημέρα των εργασιών, εστιάζει στην αναγκαιότητα του αναστοχασμού, ώστε η διαφορετικότητα να μη μετατρέπεται σε απόσταση και η πολυπολιτισμικότητα σε κατακερματισμό, αλλά να μπορεί μέσα από τον σεβασμό και την αγάπη να γίνει ευκαιρία συνάντησης, αλληλοπεριχώρησης και ειρηνικής συνύπαρξης.

Όπως τονίστηκε, μέσω του φραγκισκανικού πνεύματος και της ορθόδοξης παράδοσης, προωθείται η αμοιβαία κατανόηση και η κοινή μαρτυρία απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και ο φονταμενταλισμός.
«Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που γνωρίζει καλά τη συνάντηση των πολιτισμών, καθώς στη μακραίωνη ιστορία της συναντήθηκαν διαφορετικοί λαοί, γλώσσες, θρησκευτικές παραδόσεις και πολιτισμικές εμπειρίες» και «την ίδια στιγμή η πόλη μας διατηρεί ζωντανή την αποστολική παρακαταθήκη του Αποστόλου Παύλου, ο οποίος κήρυξε και εδώ το Ευαγγέλιο, τίμησε τους Θεσσαλονικείς με δύο επιστολές που ανήκουν στον κανόνα της Καινής Διαθήκης», ανέφερε στο καλωσόρισμά του, ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Φιλόθεος.
Μιλώντας για την πρόκληση της συνύπαρξης στον σύγχρονο κόσμο παρατήρησε ότι «ζούμε σε μια εποχή κατά την οποία η συνάντηση με το διαφορετικό δεν αποτελεί πλέον μία περιστασιακή εμπειρία, αλλά καθημερινή πραγματικότητα», όπου «άνθρωποι διαφορετικής καταγωγής, πολιτισμού, θρησκευτικής παράδοσης συνυπάρχουν στις ίδιες κοινωνίες, μοιράζονται κοινούς προβληματισμούς και αντιμετωπίζουν κοινές προκλήσεις» και «μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα η χριστιανική πίστη καλείται να δώσει τη δική της μαρτυρία – όχι με τη λογική της αντιπαράθεσης ή της επιβολής, αλλά με τη δύναμη της αλήθειας, της αγάπης και της ελευθερίας».

«Η ορθόδοξη Εκκλησία πιστή στην αποστολική και πατερική της παράδοση κατανοεί τη μαρτυρία της ως πρόσκληση σε κοινωνία. Η αλήθεια του Ευαγγελίου δεν μπορεί να διαχωριστεί από την αγάπη προς το ανθρώπινο πρόσωπο. Η πιστότητα στην παράδοση δεν συνεπάγεται άρνηση της συνάντησης, όπως και ο διάλογος δεν προϋποθέτει την απώλεια της ταυτότητός μας. Αντίθετα, ο γνήσιος διάλογος προϋποθέτει ανθρώπους που γνωρίζουν ποιοι είναι, σέβονται τον συνομιλητή τους και έχουν την ταπείνωση να ακούν χωρίς να φοβούνται τη διαφορετικότητα», επισήμανε.
Στον ουσιαστικό χαρακτήρα του διαχριστιανικού διαλόγου που ξεκίνησε πριν από 18 χρόνια στάθηκε ο πρόεδρος του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, Ηλίας Ευαγγέλου. «Η αξία αυτής της συνεργασίας βρίσκεται πρωτίστως στο γεγονός ότι έχει οικοδομήσει έναν σταθερό χώρο διαλόγου, ο οποίος δεν περιορίζεται στην ακαδημαϊκή επικοινωνία, αλλά εκφράζει την ίδια την ανάγκη των Εκκλησιών μας να συναντώνται, να ακούν η μία την άλλη και να γνωρίζονται βαθύτερα», επισήμανε, εξηγώντας ότι «ο διάλογος δεν είναι πολυτέλεια, ούτε απλώς μια χρήσιμη επιστημονική δραστηριότητα», αλλά «ένας δρόμος ευθύνης, ένας τρόπος να μαθαίνουμε να προσεγγίζουμε τον άλλον, όχι με καχυποψία ή φόβο, αλλά με σεβασμό, ειλικρίνεια και αγάπη, μετατρέποντας τη διαφορετικότητα από αφορμή απομάκρυνσης σε ευκαιρία συνάντησης».

Στην ιστορική και θεολογική διάσταση της κινητικότητας των λαών εστίασε ο καθολικός Επίσκοπος, αποστολικός βικάριος Νότιας Αραβίας Πάολο Μαρτινέλι (Paolo Martinelli), παρατηρώντας πως «πρόκειται για ένα θέμα που συζητείται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση εδώ και δεκαετίες, καθώς το πολυπολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε θέτει ερωτήματα στη ζωή των Εκκλησιών μας, στην ποιμαντική μας πράξη και στην ιεραποστολική δραστηριότητα».
«Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η σημερινή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα χαρακτηρίζεται ολοένα και περισσότερο σε μεγάλα τμήματα του κόσμου από την κινητικότητα των ανθρώπων και τη συνύπαρξη λαών με διαφορετικούς πολιτισμούς και παραδόσεις […]. Η ιστορία της ανθρωπότητας είναι η ιστορία των μετακινήσεων λαών, οι οποίοι περνούν από τη μόνιμη εγκατάσταση στη νομαδική ζωή και αντιστρόφως. Η ίδια η ιστορία της σωτηρίας, όπως και η ιστορία της Εκκλησίας, είναι ιστορίες κινητικότητας, μεταναστεύσεων, μετακινήσεων και συναντήσεων μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων και πολιτισμών. Ακόμη και η ίδια η πόλη στην οποία βρισκόμαστε για να πραγματοποιήσουμε αυτό το Συμπόσιο αποτελεί μαρτυρία της κινητικότητας που χαρακτηρίζει τη χριστιανική πίστη», σημείωσε.
Οι εργασίες του Διαχριστιανικού Συμποσίου συνεχίζονται την Τετάρτη με θεματικές ενότητες που εστιάζουν στον διάλογο της πίστης με τον σύγχρονο πολιτισμό, τις προκλήσεις της τεχνικής νοημοσύνης, καθώς και στην επικαιρότητα του φραγκισκανικού μηνύματος με αφορμή τα 800 χρόνια από την κοίμηση του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης.

















