Σε μια διπλή επιβεβαίωση της θετικής πορείας της ελληνικής οικονομίας προχώρησαν οι διεθνείς οίκοι πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s Ratings και Scope Ratings, αναγνωρίζοντας την ενισχυμένη δημοσιονομική σταθερότητα και την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στη χώρα.
Η αξιολόγηση από τον οίκο Scope Ratings
Ο γερμανικός οίκος Scope Ratings προχώρησε στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της Ελλάδας στη βαθμίδα BBB+ με σταθερές προοπτικές, από τη βαθμίδα BBB. Πρόκειται για τη δεύτερη θετική αξιολόγηση εντός της επενδυτικής βαθμίδας από τον συγκεκριμένο οίκο, ο οποίος είχε αποδώσει πρώτος το επενδυτικό καθεστώς στη χώρα το 2023.
Σύμφωνα με την έκθεση του Scope, η απόφαση αυτή βασίστηκε στους εξής παράγοντες:
- Το συνολικό πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης εκτιμάται στο 3,0% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα προβλέπεται στο 4,1% το 2026 και στο 3,7% το 2027.
- Ο δείκτης του δημόσιου χρέους αναμένεται να υποχωρήσει στο 136% του ΑΕΠ το 2026 (από 146,1% το 2025) και να καταγράψει περαιτέρω πτώση στο 110% έως το 2031.
- Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ υπολογίζεται σε 1,9% για το 2026 και 1,7% για το 2027, ενώ ο πληθωρισμός εκτιμάται στο 3,8% το 2026 πριν την υποχώρησή του.
- Τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν στο 28,0% του ΑΕΠ το 2025 (από 20,5% το 2009), ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ έφτασαν στο 9,5% του ΑΕΠ.
Παράλληλα, ο Scope υπογραμμίζει τα ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα των 31 δισ. ευρώ (13% του ΑΕΠ), τη μεγάλη μέση διάρκεια λήξης του χρέους (18,3 έτη) και το γεγονός ότι το 70% των οφειλών διακρατείται από τον επίσημο τομέα με ευνοϊκούς όρους.
Τι αναφέρει η αξιολόγηση από τον οίκο Moody’s
Την ίδια στιγμή, ο οίκος Moody’s Ratings διατήρησε την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας στην επενδυτική βαθμίδα Baa3, αλλά αναβάθμισε τις προοπτικές (outlook) του ελληνικού αξιόχρεου σε θετικές από σταθερές.
Η μεταβολή αυτή οφείλεται στη διαπιστωμένη ανθεκτικότητα της οικονομίας και στην αποτελεσματικότητα των μεταρρυθμίσεων, με τα κύρια σημεία της αξιολόγησης να εστιάζουν στα εξής:
- Μετά την εξόφληση 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025, προγραμματίζεται η πρόωρη αποπληρωμή επιπλέον 13 δισ. ευρώ (5,0% του ΑΕΠ) έως το τέλος του 2026.
- Τα δύο τρίτα της αύξησης του λόγου επενδύσεων προς το ΑΕΠ από το 2020 προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, με τη συνδρομή του Ταμείου Ανάκαμψης να δράσει ενισχυτικά.
- Λόγω της ψηφιοποίησης, το κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ μειώθηκε στο 9% το 2024, έναντι 24% που ήταν το 2019.
- Το μερίδιο των επιχειρήσεων με πάνω από 50 εργαζομένους στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανήλθε στο 60% το 2024 (από 45% το 2009).
Οι διαρθρωτικές προκλήσεις που παραμένουν
Παρά τη θετική εικόνα και τις αναβαθμίσεις, αμφότεροι οι οίκοι αξιολόγησης επισημαίνουν ορισμένες διαρθρωτικές αδυναμίες που συνεχίζουν να επιβαρύνουν την ελληνική οικονομία:
- Υψηλό δημόσιο χρέος: Παρά τη σταθερή καθοδική τροχιά, ο όγκος του χρέους παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
- Προβληματικό ιδιωτικό χρέος: Παρά τη βελτίωση στους τραπεζικούς ισολογισμούς, σημαντικό μέρος μη εξυπηρετούμενων οφειλών παραμένει στην ευρύτερη οικονομία.
- Εξωτερικό ισοζύγιο και δημογραφικό: Τα αυξημένα εξωτερικά ελλείμματα, η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση και οι μακροπρόθεσμες δημογραφικές πιέσεις επηρεάζουν την προσφορά εργασίας και τη μεσοπρόθεσμη παραγωγικότητα.
• Με πληροφορίες από το ΑΠΕ-ΜΠΕ.

















