Σημαντική επιδείνωση των δημογραφικών δεδομένων της χώρας καταγράφεται την τελευταία δεκαπενταετία, καθώς οι γεννήσεις έχουν μειωθεί κατά 42% από το 2009 έως το 2024, ενώ παράλληλα η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει αυξηθεί κατά σχεδόν έξι χρόνια.
Τα στοιχεία προέρχονται από έρευνα του καθηγητή Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διευθυντή του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) Βύρωνα Κοτζαμάνη. Σύμφωνα με την έρευνα, οι γεννήσεις από περίπου 148.000 κατά μέσο όρο το 1979-1980 περιορίστηκαν σε περίπου 67.000 το 2024-2025. Την ίδια περίοδο, η μέση ηλικία στην οποία οι γυναίκες αποκτούν παιδιά αυξήθηκε από τα 26,2 στα 32,2 έτη.
Η πτωτική πορεία των γεννήσεων ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και, με εξαίρεση την περίοδο 2003-2009, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Η μικρή άνοδος που καταγράφηκε τότε αποδίδεται κυρίως στη μαζική είσοδο μεταναστών στη χώρα μετά το 1990.
Λιγότερα παιδιά και περισσότερες απώλειες
Η μείωση των γεννήσεων συνδέεται με τη σταδιακή υποχώρηση της γονιμότητας στις διαδοχικές γενιές γυναικών. Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο δύο παιδιά, ενώ για όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 ο αριθμός είναι πλέον μικρότερος από 1,5 παιδί ανά γυναίκα.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στον ετήσιο δείκτη γονιμότητας. Από περίπου 2.200 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 1979-1980, ο δείκτης περιορίστηκε στα 1.240 παιδιά ανά 1.000 γυναίκες το 2024-2025.
Την ίδια ώρα, η αύξηση των θανάτων έχει μετατρέψει το φυσικό ισοζύγιο της χώρας σε αρνητικό. Τη δεκαετία 1971-1980 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τους θανάτους κατά 638.000, ενώ την επόμενη δεκαετία το πλεόνασμα περιορίστηκε στις 276.000 και τη δεκαετία 1991-2000 μόλις στις 22.000. Από το 2011 και μετά η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως: την περίοδο 2011-2020 καταγράφηκαν 267.000 περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις, ενώ μόνο την πενταετία 2021-2025 η διαφορά έφτασε τους 290.000.
Οι γεννήσεις καταρρέουν στους νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας
Οι περιφερειακές διαφοροποιήσεις είναι ιδιαίτερα έντονες. Σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη, οι γεννήσεις μειώθηκαν από 117.700 τη διετία 2008-2009 σε 66.700 το 2024-2025. Στην εξέλιξη αυτή συμβάλλει και η σημαντική μείωση του αριθμού των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών. Μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός αυτής της ηλικιακής ομάδας μειώθηκε κατά σχεδόν 480.000 άτομα, δηλαδή κατά 28%. Η εξέλιξη συνδέεται κυρίως με τη χαμηλή γεννητικότητα μετά το 1980, αλλά και με το αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο στις συγκεκριμένες ηλικίες μετά το 2010.
Από το 2009 έως το 2024 οι γεννήσεις σε εθνικό επίπεδο μειώθηκαν κατά 42%, από 117.440 σε 68.310. Σε έξι νομούς της ηπειρωτικής Ελλάδας, μάλιστα, η πτώση ξεπέρασε το 50%. Πρόκειται για τη Θεσπρωτία, τα Γρεβενά, τη Φθιώτιδα, την Κοζάνη, την Ευρυτανία και τη Φλώρινα.
Σε ακόμη δέκα νομούς η μείωση κυμάνθηκε μεταξύ 45% και 50%. Στον αντίποδα, σε έξι νησιωτικούς νομούς η υποχώρηση ήταν μικρότερη από 30%, ενώ στις Κυκλάδες και τη Ζάκυνθο δεν ξεπέρασε το 15%.
Οι θάνατοι υπερδιπλάσιοι των γεννήσεων σε πολλές περιοχές
Η υποχώρηση των γεννήσεων σε συνδυασμό με την αύξηση των θανάτων έχει μεταβάλει δραματικά και την αναλογία θανάτων ανά 100 γεννήσεις.
Το 2009 αντιστοιχούσαν στην Ελλάδα 92 θάνατοι για κάθε 100 γεννήσεις. Το 2024 η αναλογία είχε φτάσει στους 184 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.
Οι διαφορές μεταξύ των περιοχών είναι, ωστόσο, μεγάλες. Το 2024 ο σχετικός δείκτης κυμαινόταν από 79 έως 276 θανάτους ανά 100 γεννήσεις.
Τα Δωδεκάνησα, η Ξάνθη και τρεις από τους τέσσερις νομούς της Κρήτης –Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο– εξακολουθούσαν να καταγράφουν λιγότερους θανάτους από γεννήσεις. Αντίθετα, σε 17 νομούς, όλοι στην ηπειρωτική Ελλάδα, καταγράφηκαν από 175 έως 276 θάνατοι ανά 100 γεννήσεις.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η εικόνα σε νομούς όπως τα Τρίκαλα, η Αρκαδία, το Κιλκίς, η Καρδίτσα, η Άρτα, η Ευρυτανία, η Φωκίδα, τα Γρεβενά και οι Σέρρες, όπου αντιστοιχούν δύο ή και περισσότεροι θάνατοι για κάθε γέννηση.
Τι εξηγεί τις μεγάλες διαφορές
Οι διαφορετικές δημογραφικές επιδόσεις των νομών συνδέονται κυρίως με δύο παράγοντες: τον αριθμό των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας και τη γήρανση του πληθυσμού.
Οι γεννήσεις κάθε περιοχής εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το πόσες γυναίκες ηλικίας 25-45 ετών ζουν σε αυτήν, αλλά και από τη γονιμότητα των συγκεκριμένων γενεών. Αντίστοιχα, ο αριθμός των θανάτων επηρεάζεται κυρίως από το μέγεθος του ηλικιωμένου πληθυσμού και τα ποσοστά θνησιμότητας ανά ηλικία.
Έτσι, οι νομοί που εμφανίζουν τις μεγαλύτερες μειώσεις γεννήσεων είναι εκείνοι όπου οι γενιές που γεννήθηκαν γύρω από τη δεκαετία του 1960 είχαν ήδη χαμηλή γονιμότητα, ενώ στις επόμενες γενιές η υποχώρηση ήταν ακόμη εντονότερη. Παράλληλα, στις ίδιες περιοχές μειώθηκε ταχύτερα και ο αριθμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας.
Αντίθετα, οι περιοχές όπου οι γεννήσεις εξακολουθούν να υπερτερούν των θανάτων ή η διαφορά παραμένει μικρή διαθέτουν νεότερο πληθυσμό, έχουν συγκρατήσει μεγαλύτερο μέρος των νέων τους και έχουν προσελκύσει πληθυσμό τόσο από άλλες περιοχές της Ελλάδας όσο και από το εξωτερικό.
Νέα δημογραφική πίεση τις επόμενες δεκαετίες
Η συνολική εικόνα δείχνει ότι η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια ιδιαίτερα έντονη δημογραφική συρρίκνωση. Η μείωση των γεννήσεων κατά 42% την τελευταία δεκαπενταετία είναι σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη της δεκαετίας του 1980, όταν οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 31%, από περίπου 148.000 το 1980 σε 102.000 το 1990.
Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, μια ακόμη σημαντική υποχώρηση των γεννήσεων, της τάξης του 15%, αναμένεται μεταξύ 2045 και 2060, ανεξάρτητα από τα διαφορετικά σενάρια για την εξέλιξη της γονιμότητας και της θνησιμότητας.
Ο λόγος είναι ήδη ορατός: στην αναπαραγωγική ηλικία θα εισέρχονται τότε οι γενιές που γεννήθηκαν μεταξύ 2010 και 2029, οι οποίες είναι αριθμητικά μικρότερες κατά περίπου 450.000 άτομα σε σύγκριση με τις γενιές της εικοσαετίας 1990-2009.

















