Σε κάθε γωνιά του Πόντου, η ζωή δεν είχε μόνο μόχθο και δουλειά· είχε χιούμορ, πειράγματα και ξεχωριστούς ανθρώπους που έγραφαν τη δική τους ιστορία στα καφενεία και τα πανηγύρια. Ένας από αυτούς τους αλησμόνητους «τύπους» ζούσε στη Μικρή Τσίτη (Ξοπολάντων ή Αλεξοπουλάντων), ένα γραφικό χωριό της Χαλδίας γνωστό για τους σπουδαίους αρχιμεταλλουργούς και τους μαστόρους του.
Ο λόγος για τον «Καρυδά» –έναν αφοπλιστικά αφελή, διπλοπαντρεμένο κτίστη, με μεγάλη αδυναμία στο καλό ποτό και… ανύπαρκτο ταλέντο στη μουσική!
Αν και η λύρα στα χέρια του έβγαζε περισσότερο παραφωνίες παρά μελωδία, ο ίδιος δεν έχανε την ευκαιρία να δίνει το δικό του «ρεσιτάλ» στα πανηγύρια. Τα παιδιά τον λάτρευαν για τα αστεία τσακίσματα και τις κωμικές φιγούρες του, ενώ οι μεγαλύτεροι του έδιναν χαρτζιλίκι για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: όχι για να συνεχίσει να παίζει, αλλά για να σταματήσει!
Μέσα από τη γλαφυρή πένα του Παντελή Μελανοφρύδη, το κείμενο που ακολουθεί από Το Βήμα της ΕΛΘ μας μεταφέρει με χαμόγελο στην αυθεντική καθημερινότητα του Πόντου, ζωντανεύοντας τις μικρές, ανθρώπινες ιστορίες που έμεναν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη της κοινότητας.

≈
Ο ΚΑΡΥΔΑΣ
Υπό του κ. Π. Μελανοφρύδου
Κάθε χωριό είχε τους τύπους του: αστείους, χωρατατζήδες, τερατολόγους, φαφλατάδες, αφελείς, γλεντζέδες κ.τ.λ. και οι κάτοικοι επανελάμβαναν στις συγκεντρώσεις και διασκεδάσεις τα ανέκδοτά των, που προκαλούσαν θυμηδίαν και γέλωτας. Όλοι οι χωρικοί συνηγωνίζοντο σ’ αυτό το ζήτημα και προσπαθούσαν να προβάλουν τα δικά τους αστεία και τους τύπους του χωριού των.
Έχω γράψει στο Αρχείον του Πόντου και τα ποντιακά περιοδικά πλείστα όσα ανέκδοτα που διασκέδαζαν τους παππούδες μας και σήμερα ακόμα αναφέρονται συχνά και προκαλούν αβίαστον γέλωτα, πλείστοι δε όσοι πατριώται μας έχουν δημοσιεύσει και εξακολουθούν εισέτι να γράφουν στα περιοδικά μας ανέκδοτα ωραία, γεμάτα χιούμορ, εκφράζοντα με την αφέλειαν και το δηκτικόν πολλάκις πνεύμα των την διάθεσιν του Ποντίου να χαριτολογή αλλά και αστεϊζόμενος να διδάσκη.
Δεν μπορούσε λοιπόν να υπολειφθή στον τομέα αυτόν και το χωριό Ξοπολιάντων (Αλεξοπουλάντων), ενορία της Τσίτης με είκοσι περίπου οικογενείας ελληνικάς και δέκα τουρκικάς. Ήτο η πατρίς των ονομαστών αρχιμεταλλουργών Τζοπήδων και Σίρπιλα (οι απόγονοί των σήμερα φέρουν το όνομα Κωνσταντινίδαι) και ανέδειξε πολλούς εργολάβους εκ της οικογενείας Παπαδάντων. Είχεν ελληνικόν σχολείον και εκκλησίαν του αποστόλου Θωμά.
* * *
Λοιπόν το χωριό αυτό (κάτοικος Ξοπολέτες, πληθ, –άντ’ ή– λέτ’ και Ξοπολίων) είχε τύπον τον Καρυδάν, τον οποίον θα μπορούσαμε να παραβάλωμε με τον Κανέτεν τον Πούλον, με την διαφοράν ότι ο Πούλον ήτο εξυπνότερος, σοβαρότερος και περισσότερον ενοχλητικός και απαιτητικός.
Ο Καρυδάς ήτο κτίστης και εξενιτεύετο στην Άγκυραν και Καισάρειαν. Εκεί εγνώρισε μίαν γυναίκα, την στεφανώθηκε και την έφερε στο χωριό του. Αλλά αυτός είχεν ήδη και πρώτη γυναίκα στο χωριό, επίσης στεφανωμένην.
Έτσι ευρέθη ο Καρυδάς δίγαμος και οι δύο γυναίκες φαίνεται συνεβιβάσθησαν και συνέζων με αυτόν αρμονικά. Πρωτότυπο και πρωτοφανές στα χωριά μας, αλλά για τον Καρυδάν εύκολο.
Η προτίμησίς του όμως φαίνεται ότι ήτο η δευτέρα, η Καΐσαρη όπως την έλεγε και την οποίαν θεωρούσεν ως πολιτισμένην και εξελιγμένην και συνεπώς η πρώτη «χωριάτισσα» την οποίαν ηνείχετο.
* * *
Αφελής, μάλλον κουτοπόνηρος, ψευδός, λυράρης της κακής ώρας, στα πανηγύρια έπαιρνε την λύραν του και πήγαινε να μαζέψη κανένα χαρτζηλίκι. Εννοείται ότι κανείς δεν του επλησίαζε για να χορέψη με τις παραφωνίες του και τα ασυνάρτητα τραγούδια του, αλλ’ οι γνωστοί τού έδιναν καμμιά δεκάρα όχι για να παίξη τα άνοστα γρατσουνίσματά του, αλλά να σταματήση. Τα παιδιά όμως εύρισκαν ευχαρίστηση στα κωμικά τσακίσματά του.
Αγαπούσε το ποτό και ευχαρίστως κατέβαζε τα ποτήρια, όταν εύρισκεν ευκαιρίαν. Στην ομιλίαν του εψεύδιζε και ήτο δύσκολον να καταλάβης τι ήθελε να πη.
Σε κάθε φράσιν επανελάμβανε στερεοτύπως «νόσατα» μίαν λέξιν άγνωστον, που φαίνεται ότι εσήμαινε «καταλαβαίνεις, ξαίρεις» ή κάτι παρόμοιον.
«Η Καΐσαρη, νόσατα, πολλά αγαπά σε και πάντα λέει με, νόσατα, πότε θα έρχεσαι σ’ οσπίτ’». Για να κολακεύση κανένα έλεγε «εσύ, νόσατα, πολλά βαθυκός είσαι (γραμματισμένος)».
Όταν έπαιρνε την λύρα του και έβγαινε στα δώματα να παίξη, κανένας άνδρας ή γυναίκα δεν τον επλησίαζε να χορέψη οι μικροί όμως εσχημάτιζαν γύρω του ευρύν κύκλον για να διασκεδάσουν με τα γρατσουνίσματά του και τα ακατάληπτα τραγούδια, πρόπαντός δε με τα τσακίσματα και τις κωμικές φιγούρες του.

















