Για τον Τομ Τζαμουράνη, το παγωτό μηχανής δεν είναι απλώς μια γλυκιά ανάμνηση της παιδικής του ηλικίας. Είναι η δουλειά της ζωής του, μια οικογενειακή υπόθεση που ξεκίνησε πριν από 28 χρόνια και συνεχίζει μέχρι σήμερα να χαρίζει χαμόγελα σε μικρούς και μεγάλους σε ολόκληρη τη Βικτώρια.
Ο Τομ και η σύζυγός του Βίκυ γνωρίστηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990, λίγο μετά την επιστροφή τους από ένα ταξίδι στην Ελλάδα. Παντρεύτηκαν το 1997 και, λίγο αργότερα, αποφάσισαν να κάνουν το δικό τους ξεκίνημα στον χώρο του παγωτού. Από ένα μόνο βαν, η οικογενειακή τους επιχείρηση μεγάλωσε και έγινε κομμάτι της καθημερινότητας πολλών κοινοτήτων της Βικτώριας.
Η αγάπη για το παγωτό υπήρχε ήδη στην οικογένεια της Βίκυ. Ο πατέρας της διατηρούσε από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 βαν και πουλούσε παγωτά στην παραλία του Έλγουντ. Ήταν, λοιπόν, εκείνος που έδωσε την αρχική έμπνευση για το εγχείρημα του ζευγαριού.
«Η ιδέα ήρθε προφανώς από τον πεθερό μου», θυμάται ο Τομ. Και η ανταπόκριση του κόσμου ήταν σχεδόν αμέσως εντυπωσιακή. Μέσα σε έξι με εννέα μήνες, η δουλειά είχε αρχίσει να απογειώνεται, ενώ ο Τομ είχε δημιουργήσει ακόμη και ιστοσελίδα για την επιχείρηση, κάτι που για την εποχή ήταν αρκετά πρωτοποριακό.
Η απόφαση να αφήσει πίσω του την προηγούμενη επαγγελματική του ζωή δεν ήταν δύσκολη. Ο Τομ εργαζόταν στον χώρο του μάρκετινγκ και της διαφήμισης σε τοπική εφημερίδα, σε μια δουλειά που περιγράφει ως ιδιαίτερα πιεστική. Όταν όμως βρέθηκε για πρώτη φορά να πουλά παγωτά, κατάλαβε ότι είχε μπροστά του κάτι εντελώς διαφορετικό.
«Θυμάμαι να σκέφτομαι: “Αυτό είναι τόσο εύκολο σε σύγκριση με τις πωλήσεις”. Όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι παίρνοντας ένα παγωτό…», έχει πει, συνειδητοποιώντας πως ίσως είχε βρει τη δουλειά που πραγματικά ήθελε να κάνει.
Η οικογένεια στο τιμόνι
Πίσω από την επιτυχία της επιχείρησης βρίσκεται μια ολόκληρη οικογένεια. Ο Τομ και η Βίκυ απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τα οποία με τον έναν ή τον άλλον τρόπο συμμετείχαν στην οικογενειακή προσπάθεια. Ο γιος τους, Κρίστιαν, εργάζεται πλέον μαζί τους εδώ και δυόμισι χρόνια, συνεχίζοντας μια παράδοση που ξεκίνησε όταν ο ίδιος ήταν ακόμη παιδί.
Η Βίκυ στάθηκε στο πλευρό του Τομ από την πρώτη στιγμή, ιδιαίτερα στα δύσκολα πρώτα χρόνια, όταν το ζευγάρι απέκτησε τρία παιδιά μέσα σε μόλις τρεισήμισι χρόνια και παράλληλα έπρεπε να κρατήσει όρθια την επιχείρηση. «Ήταν απίστευτη, πήγαινε στις δουλειές και στις εκδηλώσεις», λέει ο Τομ, αναγνωρίζοντας τη σημαντική συμβολή της.
Στην προσπάθεια αυτή καθοριστική ήταν και η βοήθεια των γονιών του. Οι παππούδες αναλάμβαναν τα παιδιά όταν οι γονείς εργάζονταν, δημιουργώντας εκείνες τις εικόνες που ο Τομ θυμάται ως χαρακτηριστικές της ελληνικής οικογένειας. «Αυτή είναι σε μικρογραφία η ελληνική κουλτούρα που θυμούνται τα παιδιά μου, να πηγαίνουν στο σπίτι της γιαγιάς και του παππού ενώ οι γονείς εργάζονταν», εξηγεί.

150 παιδιά μέσα στη βροχή για ένα παγωτό
Ανάμεσα στις δεκάδες χιλιάδες στιγμές των 28 χρόνων, υπάρχει μία που ο Τομ δεν πρόκειται να ξεχάσει. Ήταν στα πρώτα χρόνια της επιχείρησης, όταν πήρε το παλιό και συχνά αναξιόπιστο βαν του και ταξίδεψε μέχρι ένα σχολείο στη Λεονγκάθα. Ο καιρός ήταν κάθε άλλο παρά ιδανικός. Η θερμοκρασία είχε πέσει στους 4 βαθμούς και η βροχή έπεφτε ασταμάτητα. Ο Τομ πίστευε πως είχε κάνει ένα μεγάλο ταξίδι χωρίς λόγο και πως εκείνη την ημέρα δεν θα κατάφερνε να πουλήσει σχεδόν τίποτα. Μόλις όμως έφτασε στο σχολείο, αντίκρισε ένα θέαμα που του άλλαξε τη διάθεση. Περίπου 150 παιδιά περίμεναν υπομονετικά στην ουρά, μέσα στο τσουχτερό κρύο και τη δυνατή βροχή, μόνο και μόνο για να πάρουν ένα παγωτό. «Είχα μια ουρά από 150 παιδιά που περίμεναν μέσα στη δυνατή βροχή, στο παγωμένο κρύο, για ένα παγωτό», θυμάται. Τα χαμόγελα στα πρόσωπα των παιδιών ήταν, για τον ίδιο, η καλύτερη απόδειξη ότι είχε επιλέξει τον σωστό δρόμο.
Σήμερα, τα βαν-παγωτατζίδικα της οικογένειας βρίσκονται σε σχολεία, φεστιβάλ και μεγάλες εκδηλώσεις, ενώ έχουν σταθερή παρουσία και στο ετήσιο Φεστιβάλ Αντίποδες, μια από τις σημαντικότερες γιορτές του ελληνισμού της Αυστραλίας.
Η δουλειά, βέβαια, δεν είναι πάντα εύκολη. Τα Σαββατοκύριακα είναι συχνά γεμάτα υποχρεώσεις και πολλές φορές η οικογένεια έχει χρειαστεί να απουσιάσει από σημαντικές προσωπικές στιγμές, όπως αρραβώνες και βαφτίσεις. Ο Τομ, όμως, κοιτάζει πίσω και αισθάνεται ότι μαζί με τη Βίκυ έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Τώρα, προτιμά να εργάζεται περισσότερο τις καθημερινές, όταν αυτό είναι εφικτό, ώστε να έχει περισσότερο χρόνο για την οικογένεια και τους φίλους του.
Και το όνειρό του; Να συνεχίσει αυτή η ιστορία για πολλά ακόμη χρόνια. Ο Τομ δηλώνει πως έχει ακόμη την ενέργεια και την αγάπη για τη δουλειά του και ελπίζει ότι σύντομα ο γιος του, Κρίστιαν, θα έχει την ίδια διάθεση να πάρει τη σκυτάλη και να κρατήσει ζωντανή την οικογενειακή παράδοση.
Γιατί τελικά, ύστερα από 28 χρόνια, αυτό που μένει δεν είναι μόνο το παγωτό. Είναι οι άνθρωποι, οι αναμνήσεις και, κυρίως, εκείνα τα χαμόγελα που κάνουν μια απλή καλοκαιρινή μέρα λίγο πιο όμορφη.

















