Κάποιες εκκλησίες είναι κάτι περισσότερο από μνημεία. Και κάποιες εικόνες είναι κάτι περισσότερο από ιερά αντικείμενα. Πάνω τους συγκεντρώνεται η μνήμη ανθρώπων, οικογενειών και ολόκληρων κοινοτήτων που έζησαν την προσφυγιά και προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τη ζωή τους σε έναν καινούργιο τόπο. Η Παναγία η Παντοβασίλισσα (βασίλισσα των πάντων) είναι μια τέτοια περίπτωση.
Η ιστορία της συνδέεται με την Τρίγλια της Βιθυνίας, στις ακτές της Προποντίδας, και με τους Έλληνες κατοίκους της που, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή των πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Ανάμεσα στους τόπους όπου δημιούργησαν τη νέα τους ζωή ήταν και η Ραφήνα.

Εκεί, στο κέντρο της πόλης, ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Παντοβασίλισσας έγινε ένα από τα σημαντικότερα σημεία αναφοράς της προσφυγικής μνήμης. Η εφέστιος εικόνα, η παράδοση του ναού και τα κειμήλια που συνδέονται με τους πρόσφυγες των αλησμόνητων πατρίδων συνθέτουν μια ιστορία που ενώνει δύο τόπους στις δύο πλευρές του Αιγαίου. Την Τρίγλια που έμεινε πίσω και τη Ραφήνα που έγινε η νέα πατρίδα.
Η Τρίγλια της Βιθυνίας και η Παναγία Παντοβασίλισσα
Η Τρίγλια, η σημερινή Tirilye ή Zeytinbağı, βρίσκεται στην περιοχή της Προύσας, στις ακτές της Προποντίδας. Υπήρξε ένας σημαντικός τόπος του μικρασιατικού ελληνισμού, με έντονη θρησκευτική και κοινοτική ζωή. Στην ιστορία της πόλης ξεχωριστή θέση κατέχει η Παναγία Παντοβασίλισσα, ένας ιστορικός ναός που σήμερα είναι γνωστός στην Τουρκία ως Kemerli Kilise, δηλαδή «Καμαρωτή Εκκλησία» ή «Εκκλησία με τις καμάρες».
Το μνημείο έχει ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και ιστορική σημασία. Σύμφωνα με την τουρκική Διεύθυνση Πολιτισμού και Τουρισμού της Περιφέρειας Μπούρσα, ο ναός έχει κάτοψη ελληνικού σταυρού και η αρχική του κατασκευή χρονολογείται, με βάση την τεχνική της τοιχοποιίας, στα τέλη του 13ου αιώνα. Στο εσωτερικό του διατηρούνται διαδοχικά στρώματα τοιχογραφιών, όπου το παλαιότερο χρονολογείται στις αρχές του 14ου αιώνα και ένα μεταγενέστερο στο 1723.
Η παράδοση αναφέρει επίσης ότι οι κίονες του ναού μεταφέρθηκαν από την Αλεξάνδρεια, ενώ η ονομασία Kemerli Kilise συνδέεται με τις εξωτερικές αντηρίδες και τις καμάρες που χαρακτηρίζουν την όψη του κτίσματος.
Η ιστορία του ναού είναι ακόμη παλαιότερη από την περίοδο κατά την οποία συνδέθηκε με την ενοριακή ζωή των Ελλήνων της Τρίγλιας. Η εκκλησιαστική παράδοση και οι ιστορικές αναφορές συνδέουν την Παντοβασίλισσα με παλαιότερη σταυροπηγιακή μονή της περιοχής, ενώ σε χειρόγραφα αναφέρεται η αφιέρωση του ναού στην Παναγία Παντοβασίλισσα.
Σήμερα το μνημείο δεν λειτουργεί ως εκκλησία, όμως εξακολουθεί να στέκει στην Τρίγλια, διατηρώντας τα ίχνη της παλαιότερης ιστορίας του.

Ωστόσο, τον Νοέμβριο του 2004 τελέστηκε στον ιστορικό ναό της Τρίγλιας Θεία Λειτουργία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο, σύμφωνα με τα στοιχεία που αναφέρονται στο υλικό της ενορίας. Χρόνια αργότερα, στις 19 Ιανουαρίου 2022, ο Οικουμενικός Πατριάρχης βρέθηκε ξανά στον ιστορικό χώρο. Η παρουσία του στον τόπο όπου κάποτε ζούσε μια ακμαία ελληνική κοινότητα απέκτησε έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Για λίγο, ένας χώρος που είχε συνδεθεί επί αιώνες με την ορθόδοξη και ελληνική ζωή της Τρίγλιας απέκτησε ξανά λειτουργική παρουσία.
Και την ίδια στιγμή, στην Ελλάδα, η Παντοβασίλισσα της Ραφήνας συνέχιζε να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους απογόνους των ανθρώπων που έφυγαν από εκεί.
Η Τρίγλια που έμεινε πίσω
Για τους Έλληνες κατοίκους της Τρίγλιας, η πόλη δεν ήταν απλώς ένας τόπος κατοικίας. Ήταν η πατρίδα τους. Εκεί είχαν γεννηθεί και ζήσει γενιές ανθρώπων. Εκεί βρίσκονταν τα σπίτια, τα σχολεία, οι γειτονιές και οι εκκλησίες τους. Εκεί είχαν διαμορφώσει την κοινωνική και θρησκευτική τους ζωή. Όλα αυτά ανατράπηκαν στις αρχές της δεκαετίας του 1920. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών, οι Έλληνες της Τρίγλιας εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς.

Το 1923 πρόσφυγες από την Τρίγλια εγκαταστάθηκαν στη Ραφήνα, συμβάλλοντας καθοριστικά στη δημιουργία της νέας πόλης. Στην εγκατάσταση των προσφύγων συνδέεται και η συμβολή του Τριγλιανού πλοιοκτήτη Φίλιππου Καβουνίδη ο οποίος είχε διαθέσει τα πλοία του για την ασφαλή μεταφορά των Ελλήνων επί ελληνικών εδαφών. Οι άνθρωποι αυτοί έφτασαν στην Ελλάδα έχοντας χάσει τον τόπο τους, αλλά προσπάθησαν να διασώσουν ό,τι μπορούσε να μεταφερθεί από την παλιά τους ζωή. Ανάμεσα στα αντικείμενα που απέκτησαν ιδιαίτερη σημασία ήταν οι ιερές εικόνες, τα εκκλησιαστικά σκεύη και τα κειμήλια που συνδέονταν με τις εκκλησίες και την πίστη των κοινοτήτων τους. Έτσι, η μνήμη της Τρίγλιας δεν έμεινε μόνο στις αφηγήσεις των προσφύγων. Πέρασε και μέσα από τα αντικείμενα που ταξίδεψαν μαζί τους.
Η εφέστιος εικόνα των Τριγλιανών
Στην καρδιά αυτής της μνήμης βρίσκεται η Παναγία Παντοβασίλισσα της Ραφήνας. Η εφέστιος εικόνα του ναού συνδέθηκε με τους Τριγλιανούς πρόσφυγες και έγινε για εκείνους ένα από τα πιο σημαντικά σύμβολα της πατρίδας που αναγκάστηκαν να αφήσουν πίσω. Η παράδοση της ενορίας την αποκαλεί «κυρά των προσφύγων Τριγλιανών» και τη θεωρεί θαυματουργή.

Σύμφωνα με την επίσημη παρουσίαση της ενορίας, η εικόνα χρονολογείται στους πρώτους μεταβυζαντινούς χρόνους και συγκεκριμένα στον 14ο-15ο αιώνα. Είναι αμφιπρόσωπη. Στην κύρια όψη εικονίζεται η Παναγία που κρατά το Θείο Βρέφος, στον τύπο της Οδηγήτριας, ενώ η μορφή της καλύπτεται από ασημένιο σκαλιστό κάλυμμα. Στην πίσω πλευρά απεικονίζεται η Σταύρωση του Χριστού, χωρίς τη μορφή της Παναγίας. Για τους Τριγλιανούς, όμως, η σημασία της εικόνας δεν περιοριζόταν στην παλαιότητά της. Ήταν η εικόνα που συνδεόταν με την πατρίδα τους.
Μπροστά της είχαν προσευχηθεί άνθρωποι που έζησαν στην Τρίγλια πριν από τον ξεριζωμό. Και όταν η ζωή τους αναγκάστηκε να αλλάξει, η μνήμη της Παναγίας Παντοβασίλισσας πέρασε μαζί τους στη νέα πατρίδα. Η εικόνα έγινε έτσι ένας συμβολικός δεσμός ανάμεσα στην Τρίγλια και τη Ραφήνα.
Η Ραφήνα, η νέα πατρίδα
Οι πρόσφυγες δεν χρειάστηκε μόνο να δημιουργήσουν νέα σπίτια. Έπρεπε να ξαναχτίσουν και την κοινοτική τους ζωή. Η εκκλησία είχε κεντρική θέση σε αυτή την προσπάθεια. Στη Ραφήνα δημιουργήθηκε ο Ιερός Ναός της Παναγίας της Παντοβασίλισσας, αφιερωμένος στο Γενέσιον της Θεοτόκου, γι’ αυτό και η πανήγυρίς του πραγματοποιείται στις 8 Σεπτεμβρίου.
Ο ναός συνδέθηκε από την αρχή με την προσφυγική κοινότητα και με την ανάγκη των ανθρώπων να διατηρήσουν ζωντανή την πνευματική κληρονομιά της πατρίδας που είχαν αφήσει πίσω.
Η ανέγερσή του πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 1945-1950. Ως κτήτορας αναφέρεται ο αρχιμανδρίτης Στέφανος Πέππας, ενώ ως επίτροποι αναφέρονται οι Αλέκος και Ζαφείρης Μεχτάρης και ο Κύριλλος Παπαδόπουλος.
Η πρώτη Θεία Λειτουργία τελέστηκε την Κυριακή των Βαΐων του 1949, ενώ τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 9 Σεπτεμβρίου 1956 από τον τότε μητροπολίτη Αττικής και Μεγαρίδος Ιάκωβο Βαβανάτσο. Φέτος, μάλιστα, συμπληρώνονται 70 χρόνια από τα εγκαίνια του ναού.
Με το όνομα της Παντοβασίλισσας και την παρουσία της εφέστιας εικόνας, η Ραφήνα απέκτησε έναν χώρο όπου η νέα ζωή των προσφύγων μπορούσε να συναντήσει τη μνήμη της παλιάς πατρίδας.
Τα κειμήλια των αλησμόνητων πατρίδων
Η Παντοβασίλισσα δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που συνδέει τον ναό της Ραφήνας με τη Μικρά Ασία. Στον ναό φυλάσσεται, σύμφωνα με την παράδοση της ενορίας, το Ιερό Ευαγγέλιο που κρατούσε στα χέρια του ο εθνομάρτυρας Άγιος Χρυσόστομος Σμύρνης, ο οποίος καταγόταν από την Τρίγλια. Ο Άγιος Χρυσόστομος τιμάται ως δεύτερος προστάτης της ενορίας, ενώ η μνήμη του εορτάζεται την Κυριακή πριν από την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Στον ναό σώζονται επίσης εικόνες, ιερά λείψανα και ιερά σκεύη που συνδέονται με τις πατρογονικές εστίες των προσφύγων. Ανάμεσα σε αυτά αναφέρεται και η εικόνα του Αγίου Ιερομάρτυρος Χαραλάμπους, ο οποίος εικονίζεται ένθρονος, με σκηνές από το μαρτύριό του. Κάθε ένα από αυτά τα κειμήλια έχει τη δική του ιστορία. Όλα μαζί, όμως, συνθέτουν ένα μεγαλύτερο αφήγημα: την προσπάθεια των προσφύγων να μεταφέρουν στη νέα πατρίδα όχι μόνο τα ελάχιστα υλικά αγαθά που μπορούσαν να διασώσουν, αλλά και τον πνευματικό κόσμο που είχαν δημιουργήσει στη Μικρά Ασία.

















