Το Μουσείο Ιστορίας ΑΕΚ συνεχίζει τη δράση «Τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία μας» με έναν από τους σημαντικότερους ποδοσφαιριστές των δεκαετιών του ’30 και του ’40, τον σπουδαίο ακραίο οπισθοφύλακα Γιώργο Γάσπαρη.
Αναλυτικά:
«Ο Γιώργος Γάσπαρης γεννιέται στη Σμύρνη το 1913. Όπως συμβαίνει και με τους περισσότερους προπολεμικούς ποδοσφαιριστές της Α.Ε.Κ., η οικογένειά του μετακομίζει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή στην Αθήνα, και συγκεκριμένα στην Καισαριανή. Σε ηλικία 14 ετών ο ξανθομάλλης Γάσπαρης κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα στον Εθνικό Καισαριανής το 1927, αγωνιζόμενος ως δεξιός οπισθοφύλακας. Ξεχωρίζει για το ταλέντο του, με αποτέλεσμα το 1930 να τον προσέξουν οι άνθρωποι του Απόλλωνα και να μεταγραφεί στον σμυρναίικο σύλλογο.
Στον Απόλλωνα ο Γάσπαρης καθιερώνεται από το 1933 και έπειτα, σε ηλικία 20 ετών. Θεωρείται από τους πιο αξιόλογους ακραίους οπισθοφύλακες και μάλιστα, το 1935, καταγράφει και τις πρώτες του συμμετοχές στην Εθνική Ελλάδας.
Την εποχή εκείνη η Α.Ε.Κ. έχει κάνει αρχίσει να χτίζει την ομάδα που πρόκειται να κυριαρχήσει στο ελληνικό ποδόσφαιρο στο τέλος της δεκαετίας του ’30. Έχει ήδη αποκτήσει από έναν άλλο προσφυγικό σύλλογο, τον Π.Α.Ο.Κ., τον αριστερό οπισθοφύλακα Γιώργο Παπαδόπουλο και βλέπει στο πρόσωπο του Γάσπαρη τον ιδεώδη παρτενέρ του στο άλλο άκρο της αμυντικής γραμμής. Όπως θα συμβεί σε πολλές άλλες περιπτώσεις στις επόμενες δεκαετίες (μέχρι και σχεδόν στις μέρες μας), ο Απόλλων δεν θέλει ούτε να ακούσει για παραχώρηση παίκτη στην Α.Ε.Κ. και αντιτίθεται σθεναρά στη μεταγραφή. Η τελευταία δεν καταθέτει όμως τα όπλα.
Με σύμμαχο και τον ίδιο τον παίκτη μεθοδεύει τη μεταγραφή του σε μία άλλη Α.Ε.Κ., αυτή του Φαλήρου! Εκεί, στη δεύτερη κατηγορία Πειραιώς, ο Γάσπαρης αγωνίζεται τη σεζόν 1936-1937, προτού μπορέσει να μεταγραφεί στο τέλος της περιόδου στην Α.Ε.Κ. Αθηνών. Εκεί βρίσκει πλέον το λιμάνι του, καθιερώνεται με τη μία και παραμένει μέχρι το 1950, όταν και αποσύρεται σε ηλικία 37 ετών.
Ο Γιώργος Γάσπαρης θεωρείται ένας από τους πρώτους μεγάλους ακραίους οπισθοφύλακες του ελληνικού ποδοσφαίρου και, μαζί με τον Γιώργο Παπαδόπουλο, συνθέτουν ένα δίδυμο που η Α.Ε.Κ. δεν θα καταφέρει να επαναλάβει για πολλές δεκαετίες, μέχρι τους Κασάπη – Μπορμπόκη στη δεκαετία του ’90. Συνδυάζει αρμονικά την αμυντική αποτελεσματικότητα με την επιθετική παραγωγικότητα, ενώ ονομαστές είναι οι πολύ δυνατές εκτελέσεις φάουλ του, με τις οποίες σημειώνει αρκετά εντυπωσιακά τέρματα. Επίσης, θεωρείται από τους πρώτους σπεσιαλίστες του ελληνικού ποδοσφαίρου στα πέναλτι.
Κατακτά με την Α.Ε.Κ. το νταμπλ της περιόδου 1938-1939 και το πρωτάθλημα 1939-1940. Η Ένωση είναι στα χρόνια αυτά μία ποδοσφαιρική υπερδύναμη, η οποία βασίζεται κατ’ αρχάς στην υψηλή κλάση των ποδοσφαιριστών της. Το μυστικό όμως πίσω από την επιτυχία της είναι οι σφιχτοί φιλικοί δεσμοί ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, που είναι μια παρέα, ενωμένοι μέσα στο γήπεδο αλλά και έξω από αυτό. Μεταπολεμικά ο Γάσπαρης συνεχίζει στην Α.Ε.Κ. και παραμένει μέλος της ομάδας που κατακτά τα κύπελλα Ελλάδας 1948-1949 και 1949-1950, μολονότι στα χρόνια αυτά βρίσκεται πια στη δύση της καριέρας του και αγωνίζεται λίγο. Η παλιά, σπουδαία γενιά του Γάσπαρη, του Μαρόπουλου, του Τζανετή, του Μάγειρα παραδίδουν τη σκυτάλη στα «μωρά του Μπίμπι», τον Πούλη, τον Εμμανουηλίδη, τον Παπαθεοδώρου, τον Παραγυιό κ.ά.
Αποσύρεται από την ενεργό δράση στις 6 Ιουλίου 1950, μετά τον φιλικό αγώνα της Α.Ε.Κ. με την αυστριακή Νίκολσον. Μετά το τέλος της καριέρας του επιδίδεται στην προπονητική, αναλαμβάνοντας διάφορες ομάδες, ενώ το 1973 διατελεί και βοηθός του Ιρλανδού προπονητή Μπίλι Μπίγκαμ.
Φεύγει από τη ζωή στις 19 Φεβρουαρίου 1977. Ένας ποδοσφαιριστής μεγάλης κλάσης και προσωπικότητας, με καθολική αναγνώριση από συμπαίκτες και αντιπάλους και από τους φιλάθλους όλων των ομάδων».
















