Χιλιάδες υποψήφιοι που διαγωνίστηκαν φέτος στο μάθημα της Ιστορίας Προσανατολισμού κλήθηκαν να αναδείξουν τον ρόλο του εμπορίου στην οικονομική ανάπτυξη του Πόντου κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ού αιώνα. Μέσα από ιστορικές πηγές γνώρισαν μια περιοχή που γνώριζε αξιοσημείωτη οικονομική άνθηση, με επίκεντρο την Τραπεζούντα, την Αμισό και την Κερασούντα.
Οι απαντήσεις τους περιλάμβαναν την ανάπτυξη του διαμετακομιστικού εμπορίου, τη στρατηγική θέση της Τραπεζούντας ανάμεσα στην Περσία, την Κασπία και τη Δύση, την ισχυρή παρουσία της ελληνικής ναυτιλίας, τη λειτουργία τραπεζικών ιδρυμάτων και την κυριαρχία ελληνικών εμπορικών οίκων στην οικονομική ζωή της περιοχής.
Πρόκειται για μια εικόνα που αποτυπώνει τον Πόντο λίγο πριν από τη μεγάλη καταστροφή.
Γιατί το ερώτημα που δεν τέθηκε στις Πανελλαδικές είναι ένα άλλο: τι απέγινε όλος αυτός ο πλούτος που δημιούργησαν οι Έλληνες του Πόντου;
Από την οικονομική ακμή στον αφανισμό
Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα οι Έλληνες του Πόντου διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομική ζωή της περιοχής. Η Τραπεζούντα είχε εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς κόμβους της Ανατολής, η Αμισός λειτουργούσε ως εξαγωγικό κέντρο καπνού και αγροτικών προϊόντων, ενώ η Κερασούντα συγκαταλεγόταν στα πλέον δραστήρια λιμάνια του Εύξεινου Πόντου.
Γύρω από αυτά τα λιμάνια αναπτύχθηκαν εμπορικά δίκτυα, ναυτιλιακές δραστηριότητες, τραπεζικές υπηρεσίες και επιχειρήσεις που συνέδεαν την περιοχή με τις διεθνείς αγορές. Οι Έλληνες και οι Αρμένιοι αποτελούσαν βασικούς πυλώνες αυτής της οικονομικής ανάπτυξης.
Λίγα χρόνια αργότερα, η εικόνα αυτή ανατράπηκε βίαια. Οι διωγμοί που ξεκίνησαν την περίοδο των Νεοτούρκων και κορυφώθηκαν κατά τα χρόνια του κεμαλικού κινήματος δεν οδήγησαν μόνο στον ξεριζωμό και στην εξόντωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων, αλλά είχαν και μια βαθιά οικονομική διάσταση.

Αυτήν ακριβώς την πτυχή έχει αναδείξει ο Τούρκος συγγραφέας και ερευνητής Σαΐτ Τσετίνογλου, βάζοντας στο επίκεντρο αυτό που έχει χαρακτηρίσει ως «αιματηρή μεταφορά κεφαλαίων», η οποία συντελέστηκε παράλληλα με τη φυσική εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Η περίπτωση της Κερασούντας και ο ρόλος του Τοπάλ Οσμάν
Κεντρικό πρόσωπο στην έρευνα είναι ο διαβόητος Τοπάλ Οσμάν, ο επονομαζόμενος «σφαγέας των Ποντίων». Έμπιστος του Μουσταφά Κεμάλ (παρόλο που ο ίδιος αργότερα «έγραψε» το τέλος του), και επικεφαλής παραστρατιωτικών ομάδων, ανέλαβε, όπως ο ίδιος διακήρυττε, να «καθαρίσει τον Πόντο από τους Έλληνες». Παράλληλα, αναδείχθηκε σε μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες της Κερασούντας, φτάνοντας μέχρι το αξίωμα του δημάρχου της πόλης.
Χρησιμοποιώντας τον επίσημο εμπορικό κατάλογο Annuaire Oriental και δημοσιεύματα της εφημερίδας Yeşil Gireson, ο Τσετίνογλου συνέκρινε την οικονομική εικόνα της Κερασούντας το 1914 και το 1922, δηλαδή πριν και μετά τη Γενοκτονία των Ελλήνων, των Αρμενίων και των Ασσυρίων.
Το 1914, στην πόλη των περίπου 19.000 κατοίκων, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι κυριαρχούσαν στην εμπορική δραστηριότητα. Επιχειρηματίες όπως οι Μαυρίδης και Πισανίδης είχαν σημαντική παρουσία στο διεθνές εμπόριο φουντουκιών και διατηρούσαν σχέσεις με αγορές του εξωτερικού.

Το 1922, όμως, η εικόνα ήταν εντελώς διαφορετική. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει παρουσιάσει ο ερευνητής, η εμπορική ζωή είχε συρρικνωθεί, επαγγέλματα και κλάδοι είχαν εξαφανιστεί μαζί με τους χριστιανικούς πληθυσμούς, ενώ η σύνδεση της πόλης με τις διεθνείς αγορές είχε ουσιαστικά διακοπεί.
«Άλλη μια πικρή πραγματικότητα του έτους 1922 είναι η διακοπή της σχέσης της Κερασούντας με τον εξωτερικό κόσμο», σημειώνει ο Σαΐτ Τσετίνογλου, υπογραμμίζοντας ότι η πόλη υπέστη έναν πραγματικό οικονομικό στραγγαλισμό, παρά το γεγονός ότι ο συνολικός αριθμός των κατοίκων της δεν μεταβλήθηκε δραματικά. Αυτό που άλλαξε ήταν η σύνθεσή τους.
Στο Annuaire Oriental του 1922 δεν καταγραφόταν πλέον ούτε ένας Έλληνας ή Αρμένιος επιχειρηματίας.
Η μεταφορά του πλούτου
Η έρευνα του Σαΐτ Τσετίνογλου φωτίζει και μια ακόμη διάσταση της περιόδου: τη μεταβίβαση των περιουσιών των εκτοπισμένων και εξοντωμένων χριστιανών σε νέα χέρια.
Όπως ανέφερε, το 1922 ο αδελφός του Τοπάλ Οσμάν εμφανίζεται μεταξύ των ισχυρών εμπόρων της Κερασούντας, ενώ περιουσίες Ελλήνων και Αρμενίων πέρασαν σε συγγενείς και συνεργάτες της οικογένειας Ζαντελέρ, οι οποίοι απέκτησαν ξαφνικά οικονομική ισχύ και κοινωνικό κύρος.
Μάλιστα, μέλη της οικογένειας συμμετείχαν στην ίδρυση του Συνδέσμου Υπεράσπισης των Νομικών Δικαιωμάτων της Κερασούντας, ενός φορέα που, σύμφωνα με τον ερευνητή, συνέβαλε στη διατήρηση του νέου καθεστώτος ιδιοκτησίας των κατασχεμένων περιουσιών.
Ο ίδιος ο Τοπάλ Οσμάν φέρεται να εμφανίστηκε ως ιδιοκτήτης της περιουσίας του Μιχαλάκη Μαυρίδη, μετά την εκτέλεσή του από τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας. Παράλληλα, σπίτια, χωράφια και επιχειρήσεις που ανήκαν σε Έλληνες και Αρμένιους πέρασαν σε νέους κατόχους και καταγράφηκαν επίσημα στο κτηματολόγιο του νεοσύστατου τουρκικού κράτους.
Από την έρευνα προκύπτει επίσης ότι πολλές περιουσίες χριστιανών που δολοφονήθηκαν, εκτοπίστηκαν ή κατέφυγαν ως πρόσφυγες δημοπρατήθηκαν και άλλαξαν χέρια μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η οικονομική διάσταση της Γενοκτονίας
Για τον Σαΐτ Τσετίνογλου, η Κερασούντα αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού που περιγράφει ως «τουρκοποίηση» ή «μουσουλμανοποίηση» του κεφαλαίου.
Όπως επισημαίνει, περίπου 3.000 Αρμένιοι και 8.500 Έλληνες ξεριζώθηκαν από την περιοχή, ενώ ταυτόχρονα κατασχέθηκαν οι περιουσίες τους. Η εξαφάνιση των χριστιανικών κοινοτήτων δεν σήμανε μόνο μια τεράστια ανθρώπινη τραγωδία, αλλά και μια ριζική ανακατανομή του πλούτου και της οικονομικής ισχύος.
Η περίπτωση της συγκεκριμένης πόλης δείχνει ότι πίσω από την οικονομική άνθηση που διδάσκονται σήμερα οι μαθητές για τον Πόντο υπήρξε και μια σκοτεινή συνέχεια: η βίαιη διακοπή της παρουσίας των ανθρώπων που δημιούργησαν αυτόν τον πλούτο και η μεταφορά των περιουσιών τους σε άλλους.
















