Σε νέα δίνη πολιτικής και οικονομικής αναταραχής εισέρχεται η Τουρκία, μετά τη δικαστική απόφαση που αμφισβητεί ευθέως τη σημερινή ηγεσία του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), προκαλώντας σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό της αντιπολίτευσης αλλά και ισχυρούς κραδασμούς στις αγορές.
Το CHP προσέφυγε στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο ζητώντας την ακύρωση της απόφασης του Εφετείου Άγκυρας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την υπόθεση περί ακύρωσης του συνεδρίου του 2023, κατά το οποίο εξελέγη πρόεδρος του κόμματος ο Οζγκιούρ Οζέλ.
Στο δικόγραφο που κατέθεσε το κόμμα υποστηρίζεται ότι η απόφαση είναι «αντίθετη με το δίκαιο» και παραβιάζει ευθέως το δικαίωμα πολιτικής δράσης, ενώ γίνεται επίκληση και σχετικής νομολογίας σύμφωνα με την οποία ζητήματα κομματικών συνεδρίων δεν υπάγονται στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων.
Το CHP καταγγέλλει ουσιαστικά δικαστική παρέμβαση στη λειτουργία του κόμματος, υποστηρίζοντας ότι η απόφαση οδηγεί στην απομάκρυνση εκλεγμένης ηγεσίας και στη διοίκηση του κόμματος από πρόσωπα «με ασαφείς και απροσδιόριστες αρμοδιότητες».
Η υπόθεση έχει προκαλέσει σοβαρούς τριγμούς στο εσωτερικό της τουρκικής αντιπολίτευσης. Έξω από τα κεντρικά γραφεία του CHP στην Άγκυρα αναπτύχθηκαν ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις, ενώ το κόμμα κάλεσε τους υποστηρικτές του σε νέα συγκέντρωση.
Το κλίμα δυναμιτίστηκε ακόμη περισσότερο όταν μέλη και οπαδοί του κόμματος προπηλάκισαν τον πρώην πρόεδρο του CHP Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, σκίζοντας και ποδοπατώντας φωτογραφία του, ενώ ακούγονταν συνθήματα περί «προδοσίας».
Η πολιτική κρίση στις αγορές
Η απόφαση της Δικαιοσύνης λειτούργησε σαν «ηλεκτροσόκ» για τους επενδυτές, με αποτέλεσμα βίαιο sell off στο χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης. Ο δείκτης BIST 100 κατέρρευσε άνω του 6%, ενεργοποιώντας τον μηχανισμό circuit breaker, ενώ ο τραπεζικός δείκτης βυθίστηκε κατά 8,6%.
Οι πιέσεις συνεχίστηκαν και σήμερα, με τη νευρικότητα να παραμένει έντονη παρά τις προσπάθειες σταθεροποίησης της αγοράς.
Την ίδια ώρα, η τουρκική λίρα συνέχισε να κινείται κοντά σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, φτάνοντας στις 45,74 λίρες ανά δολάριο, έχοντας ήδη χάσει σχεδόν 6% από τις αρχές του έτους.
Σύμφωνα με πληροφορίες του Bloomberg, κρατικές τράπεζες προχώρησαν σε πωλήσεις συναλλάγματος ύψους περίπου 6 δισ. δολαρίων σε μια προσπάθεια να στηρίξουν το τουρκικό νόμισμα αμέσως μετά τη δικαστική απόφαση.
Η αναταραχή ήταν τέτοια ώστε η κυβέρνηση συγκάλεσε εκτάκτως την Επιτροπή Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας υπό τον υπουργό Οικονομικών Μεχμέτ Σιμσέκ.
Σε μια προσπάθεια καθησυχασμού των αγορών, η κυβέρνηση διαβεβαίωσε ότι η τουρκική οικονομία παραμένει «ανθεκτική απέναντι σε σοκ» και ότι θα ληφθούν όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Ο βαθύτερος φόβος
Πίσω από την έντονη νευρικότητα των αγορών, αναλυτές βλέπουν κάτι βαθύτερο: το φόβο ότι η Τουρκία εισέρχεται ξανά σε περίοδο θεσμικής αβεβαιότητας και αυξημένου πολιτικού ρίσκου, σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αναζητεί τρόπο να παρατείνει την πολιτική κυριαρχία του πέρα από το 2028.
Η αντιπολίτευση κατηγορεί ανοιχτά τον Τούρκο πρόεδρο ότι εργαλειοποιεί τη Δικαιοσύνη για να αποδυναμώσει ή να εξουδετερώσει πολιτικούς αντιπάλους που θα μπορούσαν να τον απειλήσουν εκλογικά.
Η υπόθεση έρχεται, άλλωστε, λίγους μήνες μετά τη φυλάκιση του δημάρχου Κωνσταντινούπολης Εκρέμ Ιμάμογλου, του πιο ισχυρού –σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις– αντιπάλου του Τούρκου προέδρου.
Η νέα κρίση χτυπά την τουρκική οικονομία σε εξαιρετικά ευαίσθητη περίοδο. Ο πληθωρισμός έχει επιταχυνθεί ξανά πάνω από το 32%, ενώ οι αγορές φοβούνται ότι η νέα πίεση στη λίρα μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε έκτακτη αύξηση επιτοκίων από την κεντρική τράπεζα πριν από τη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου.
Τα ασφάλιστρα κινδύνου του τουρκικού χρέους (CDS) εκτινάχθηκαν στις 261 μονάδες βάσης, ενώ αυξήθηκε αισθητά και το κόστος δανεισμού της λίρας στις offshore αγορές.
















