Αν επιχειρούσε κανείς να αφηγηθεί τη ζωή του Παναγιώτη Κιτσίρη, θα μπορούσε να την παρομοιάσει με ένα κοστούμι ραμμένο στο χέρι. Κάθε ραφή και ένα γεγονός, κάθε ύφασμα και μια εποχή, όλα δεμένα μεταξύ τους με υπομονή, επιμονή και αντοχή στον χρόνο.
Γεννημένος το 1927 στο Άργος Ορεστικό Καστοριάς, σε μια οικογένεια με τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι, μεγάλωσε σε μια Ελλάδα που δεν άργησε να μπει σε μια από τις πιο δύσκολες περιόδους της ιστορίας της. Ο πατέρας του, Αχιλλέας, ήταν άνθρωπος της χειρωνακτικής εργασίας, πολυτεχνίτης, ενώ η μητέρα του, Αφροδίτη, κρατούσε το σπίτι και την οικογένεια ενωμένη. Οι ρίζες τους απλώνονταν σε ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία, με καταγωγή και από τη Μηλίτσα Καστοριάς.
Οι πρώτες εικόνες που κουβαλά από εκείνα τα χρόνια έχουν μια αθωότητα σχεδόν κινηματογραφική: ένα παιδί στον μπαχτσέ, καθισμένο στο σαμάρι της μητέρας του, να αιφνιδιάζεται μπροστά σε μια χελώνα. Είναι από εκείνες τις μικρές στιγμές που μένουν, λίγο πριν η πραγματικότητα γίνει πιο σκληρή.
Το 1943, μέσα στα χρόνια της Κατοχής, το σπίτι της οικογένειας καταστρέφεται. Η καθημερινότητα αλλάζει βίαια και η παιδική ηλικία τελειώνει απότομα. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1948, μέσα στο κλίμα του εμφυλίου πολέμου, ο νεαρός τότε Παναγιώτης παίρνει μια δύσκολη απόφαση. Φεύγει μόνος για τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, μακριά από την οικογένεια, ξεκινά να μαθαίνει την τέχνη που θα τον συνοδεύσει σε όλη του τη ζωή –τη ραπτική– δουλεύοντας και μαθαίνοντας μέσα από την πράξη.
Το 1951 κατατάσσεται στον στρατό και απολύεται το 1953. Δεν χάνει χρόνο. Επιστρέφει αμέσως στη δουλειά, συνεχίζοντας να χτίζει τις δεξιότητές του. Όμως το μεγάλο βήμα έρχεται το 1956, όταν αποφασίζει να αφήσει πίσω του την Ελλάδα και να ταξιδέψει με πλοίο για τη Μελβούρνη. Φτάνει εκεί λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες της πόλης, έχοντας πει στους γονείς του πως θα μείνει για δύο, το πολύ τρία χρόνια. Η ζωή, όμως, είχε διαφορετικά σχέδια.

Τα πρώτα χρόνια στην Αυστραλία δεν είναι εύκολα. Δουλεύει σε ραφεία, αρχικά σε μικρότερες δουλειές και στη συνέχεια σε μεγαλύτερες επιχειρήσεις, μαθαίνοντας να προσαρμόζεται και να εξελίσσεται. Μέχρι που, το 1959, αποφασίζει να κάνει το μεγάλο άλμα: αγοράζει κατάστημα στην Elizabeth Street -έναν από τους εμπορικότερους δρόμους της Μελβούρνης- και ανοίγει το δικό του ραφείο με την επωνυμία «International High Class Tailor».
Λίγα χρόνια αργότερα, το 1963, η προσωπική και επαγγελματική του ζωή ενώνονται ακόμη περισσότερο, καθώς παντρεύεται τη Βασιλεία, επίσης μοδίστρα. Από εκείνο το σημείο και μετά, πορεύονται μαζί, δουλεύοντας δίπλα-δίπλα.
Η επαγγελματική του πορεία εξελίσσεται δυναμικά. Τα καταστήματά του επεκτείνονται σε σημαντικούς δρόμους της Μελβούρνης –Lonsdale Street, Russell, Bourke Street και τελικά Collins Street– ενώ συνεργάζεται με γνωστά ονόματα της αγοράς, όπως η οικογένεια Trellini’s και η εταιρεία υποδημάτων Aquila, ενισχύοντας τη θέση του στον χώρο.
Σήμερα, στα 99 του χρόνια, ο Παναγιώτης Κιτσίρης συνεχίζει να ζει αυτόνομα. Η καθημερινότητά του περιλαμβάνει τον κήπο του, αλλά και στιγμές με τα παιδιά και τα εγγόνια του, κρατώντας ζωντανή τη σύνδεση με την οικογένεια.
Όταν μιλά για τη ζωή, το κάνει με απλότητα αλλά και ουσία. «Τίποτα δεν ζει μόνο του σε αυτή τη φύση», λέει, συνοψίζοντας μια ολόκληρη φιλοσοφία ζωής. Και όταν η κουβέντα φτάνει στη διατροφή και στο μυστικό της μακροζωίας του, παραμένει πιστός στο μέτρο: «Υπάρχουν φαγητά που σκοτώνουν και φαγητά που δίνουν ζωή. Προτιμώ το σπιτικό φαγητό… αλλά παν μέτρον άριστον.»
















