Συμπληρώθηκαν 101 έτη από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης,* μίας από τις πλέον καθοριστικές διεθνείς συνθήκες για την Ελλάδα και την Τουρκία, η οποία υπογράφηκε στο Château d’Ouchy της Λωζάννης στην Ελβετία. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι, παρά τη συμπλήρωση ενός αιώνα, τα επίσημα Πρακτικά των διαπραγματεύσεων που οδήγησαν στη Συνθήκη δεν είχαν έως σήμερα μεταφραστεί στην ελληνική γλώσσα, τη στιγμή που η τουρκική μετάφρασή τους είχε ήδη ολοκληρωθεί στα μέσα της δεκαετίας του 1960.
Η τύχη του Ελληνισμού της Κωνσταντινούπολης επηρεάστηκε βαθύτατα από τη Συνθήκη, κυρίως λόγω των διαρκών και συστηματικών παραβιάσεων των άρθρων 37-44 (Τμήμα Γ΄ – Προστασία των Μειονοτήτων) από το τουρκικό κράτος.
Ως Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών, θεωρήσαμε καθήκον μας να συμβάλουμε στην κάλυψη αυτού του σημαντικού κενού.

Αξίζει επίσης να σημειωθεί, ότι ούτε η Ελλάδα ούτε τα λοιπά συμβαλλόμενα κράτη άσκησαν ουσιαστικά τη ρητή υποχρέωση του άρθρου 441 να μεριμνούν για την τήρηση των προβλέψεών της.
Παρά τη συχνή πλέον αναφορά στη Συνθήκη της Λωζάννης στον δημόσιο λόγο, ιδίως στην Ελλάδα, τα Πρακτικά των πολύμηνων διασκέψεων που προηγήθηκαν της υπογραφής της –και τα οποία καταγράφουν με ακρίβεια τις θέσεις, τις συγκλίσεις και τις αποκλίσεις των αντιπροσωπειών– παρέμειναν ελάχιστα γνωστά και αμετάφραστα.
Η παρούσα προσπάθεια ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2023, μετά από δημόσια πρόσκληση της ΟΙΟΜΚΩ, στην οποία ανταποκρίθηκαν εθελοντές και εθελόντριες με αφοσίωση και υψηλό αίσθημα ευθύνης.
Το Διοικητικό μας Συμβούλιο τούς ευχαριστεί θερμά για την πολύτιμη συμβολή τους.

≈
Η συνδιάσκεψη στη Λωζάννη ξεκίνησε στις 20 Νοεμβρίου 1922, τρεις μήνες μετά από τα πρωτόγνωρα τραγικά γεγονότα για τον Ελληνισμό της Ανατολής.
Τα σοβαρότατα λάθη όλων των κυβερνήσεων της Ελλάδος από το 1919, με τον αδιάκοπο και αδυσώπητο εθνικό διχασμό, ο ρόλος των δυνάμεων της Αντάντ που ξέχασαν τις θυσίες του Ελληνισμού, πρωτίστως της αμφίπλευρης στάσης της Μ. Βρετανίας που με μαεστρία δρούσε ώστε να βγει κερδισμένη πάντοτε από τις εξελίξεις, ανεξάρτητα του τελικού αποτελέσματος και αδιαφορώντας για τις τραγικές ανθρωπιστικές συνέπειες, της ολοκληρωτικής αλλαγής στάσης της Γαλλίας που είχε ήδη αναγνωρίσει το νέο καθεστώς της Άγκυρας, αφού είχε διαχρονικά τις μεγαλύτερες επενδύσεις στην Τουρκία, ενώ η Ιταλία εξ αρχής είχε κρατήσει εχθρική στάση προς την παρουσία της Ελλάδος στη Σμύρνη, αφού με τη μυστική συμφωνία μεταξύ Βρετανίας και Γαλλίας για τον διαμελισμό των οθωμανικών εδαφών Sykes-Picot Agreement (1916) και τις σύμφωνες γνώμες της Τσαρικής Ρωσίας και του Βασιλείου της Ιταλίας, είχε δοθεί η υπόσχεση στην τελευταία για τη Σμύρνη και πάνω από όλα η τεράστια υλική και στρατιωτική βοήθεια που δόθηκε από τη Μπολσεβίκικη Κυβέρνηση προς το καθεστώς της Άγκυρας, υπήρξαν οι κύριες αιτίες της Μικρασιατικής Καταστροφής για τον Ελληνισμό.
Προηγήθηκαν της έναρξης της σύγκλησης της συνδιάσκεψης στη Λωζάννη τα εξής πολιτικά γεγονότα:
Η εκδήλωση στρατιωτικού κινήματος στη Χίο την 11η Σεπτεμβρίου 1922 από τους αξιωματικούς στρατού ξηράς Ν. Πλαστήρα, Στ. Γονατά και του Ναυτικού Δ. Φωκά από τα διασωθέντα τμήματα της Μικρασιατικής Στρατιάς που ανέτρεψαν τη Βασιλική Κυβέρνηση Νικ. Τριανταφυλλάκου και εισήλθαν στην Αθήνα την 15 Σεπτεμβρίου 1922, αναγκάζοντας προηγουμένως σε παραίτηση τον βασιλέα Κωνσταντίνο Α’ υπέρ του γιού του Γεωργίου Β’(14/9/1922). Η Επαναστατική Κυβέρνηση κάλεσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο να αναλάβει την διπλωματική εκπροσώπηση της χώρας.
Στις 23/9/1922 ο Ελ. Βενιζέλος συναντήθηκε με τον Πρωθυπουργό της Μ. Βρετανίας Llyod George, μεσούσης της κρίσης των Δαρδανελίων κατά την οποία η Κυβέρνηση της Άγκυρας απειλούσε με εισβολή από την Ασιατική πλευρά στη ζώνη στενών του Ελλησπόντου. Εξερχόμενος της συνάντησης ο Ελ. Βενιζέλος κάλεσε την Επαναστατική κυβέρνηση Αθηνών να αποσύρει τα Ελληνικά στρατεύματα στη Θράκη δυτικά του Έβρου, δηλαδή το μόνο έδαφος που είχε αναγνωριστεί κυριαρχικά στην Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών, να παραδοθεί αμαχητί στην Τουρκία.
Μάλιστα ο Ελ. Βενιζέλος δήλωσε ότι αν δεν υπάκουε η Κυβέρνηση Αθηνών θα παραιτούταν από τον ρόλο του διπλωματικού εκπροσώπου της Ελλάδος. Για να γίνει κατανοητή η γενικότερη στάση της Μ. Βρετανίας, αναφέρουμε ότι κατά την κρίση των Δαρδανελίων (Chanak crisis) η Μ. Βρετανία ζήτησε στρατιωτική αρωγή από την Ελλάδα, παρά την ολοκληρωτική καταστροφή που είχε υποστεί. Παρόμοια στάση κράτησε και η Γαλλία αφού η παράδοση της 11ης Μεραρχίας του Ελληνικού στρατού στα Μουδανιά έγινε με την βοήθεια της.

Στις 9 Οκτωβρίου 1922 υπογράφηκε στα Μουδανιά η ανακωχή μεταξύ της Κυβέρνησης Άγκυρας και των εκπροσώπων Μ. Βρετανίας, Γαλλίας και Ιταλίας.
Η Ελλάδα δεν συμμετείχε στη συνάντηση αλλά αναγκάστηκε να δεχθεί τους όρους που ανάγκαζαν σε 15 μέρες την αποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από την Ανατολική Θράκη και μαζί τους 250.000 γηγενών Ελλήνων για τους οποίους δεν μερίμνησε κανείς.
Τη συνδιάσκεψη στη Λωζάννη προσκάλεσαν οι τρεις δυνάμεις της Αντάντ (Μ. Βρετανία, Γαλλία, Ιταλία) και συμμετείχαν οι χώρες: Ελλάδα, Τουρκία με την Κυβέρνηση της Άγκυρας, Ιαπωνία, το Βασίλειο Σέρβων-Κροατών-Σλοβένων, Ρουμανία, ενώ προσκλήθηκαν σε ειδικές συνεδριάσεις τα κράτη: Ρωσία-Ουκρανία-Γεωργία (για το θέμα των στενών), Βουλγαρία (για ζητήματα συνόρων συνάρχων Θράκης και πρόσβαση στο Αιγαίο) ενώ οι ΗΠΑ συμμετείχαν ως παρατηρητής με δυνατότητα παρεμβάσεων. Η Αρμενική αντιπροσωπεία, που αποτελούταν από τα μέλη της εξόριστης κυβέρνησης που είχε διαφύγει μετά από την επικράτηση του Μπολσεβικικού καθεστώτος στο Γερεβάν, με την άκαμπτη άρνηση της Τουρκίας, δεν έγινε δεκτό να έχει λόγο.
Στην τουρκική αντιπροσωπεία προέδρευε ο Ismet Πασάς με αντιπρόεδρο τον ιατρό Riza Nur. Ως Πρόεδρος της συνδιάσκεψης ορίστηκε ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας Λόρδος Curzon, άριστος γνώστης των ζητημάτων της Μέσης Ανατολής και της Τουρκίας.
Κατά διάρκεια των πολύμηνων συνεδριάσεων λειτούργησαν παράλληλα με την κύρια συνδιάσκεψη Επιτροπές και υποεπιτροπές, στις όποιες προέδρευαν μέλη των αντιπροσωπειών της Γαλλίας και της Ιταλίας. Ο Λόρδος Curzon αργότερα ομολογεί στα απομνημονεύματά του ότι οι αντίπαλοί του δεν βρίσκονταν στην Άγκυρα αλλά στο Παρίσι και στη Ρώμη, παραδοχή που αποκαλύπτει τη σύγκρουση των συμφερόντων μεταξύ των δυνάμεων της Αντάντ.
Εξάλλου αργότερα έγινε γνωστό ότι οι Βρετανικές μυστικές υπηρεσίες έχοντας υποκλέψει τους κώδικες κρυπτογράφησης των Τούρκων γνώριζαν εκ των προτέρων τις επικοινωνίες της τουρκικής αντιπροσωπείας με τον Mustafa Kemal πασά, στην Άγκυρα.
Κατά γενική ομολογία ο Λόρδος Curzon είχε πλήρη έλεγχο των διαπραγματεύσεων όπως ομολογεί στον Πρόλογο της Τουρκικής μετάφρασης ο Ismet Πασά. Το ζήτημα που συζητήθηκε από τα πρώτα ήταν τα σύνορα μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας και Βουλγαρίας που συμφωνήθηκε σχετικά εύκολα. Περιέργως, η Τουρκία περισσότερο φαίνεται να αγωνιά αν η Βουλγαρία αποκτήσει έξοδο με κάποιο τρόπο στο Αιγαίο από την Αλεξανδρούπολη.

Αν και η Τουρκία ζητάει δημοψήφισμα στη Δυτική Θράκη δεν επέμενε και εξάλλου τα άλλα Βαλκανικά κράτη ήταν αρνητικά σε μια τέτοια προοπτική.
Τα Ελληνοτουρκικά σύνορα καθορίζονται να είναι η κοίτη του ποταμού Έβρου. Στο θέμα των συνόρων τέθηκε το θέμα των αποστρατικοποιημένων ζωνών τόσο στα χερσαία ελληνοτουρκικά σύνορα, ιδιαίτερα τα νησιά του Αιγαίου και ειδικότερα της Ίμβρου και της Τένεδου που βρίσκονται υπό κυριαρχία της Ελλάδος.
Το θέμα της αναγκαστικής Ανταλλαγής Ελληνοτουρκικών πληθυσμών από την αρχή της συνδιάσκεψης εμφανιζόταν να είναι το ζητούμενο από την τουρκική αντιπροσωπεία. Στην πραγματικότητα ελάχιστοι ελληνικοί πληθυσμοί είχαν μείνει στην Καππαδοκία και στις περιοχές γύρω από την Κωνσταντινούπολη που βρίσκονταν στις δύο πλευρές του Βοσπόρου. Οι πληθυσμοί αυτοί ήταν λιγότερο από 100.000 ενώ ήδη στην Ελλάδα βρισκόταν 800.00 περίπου πρόσφυγες σε δεινή κατάσταση. Ο ολοκληρωτικός αφανισμός των Ελληνικών πληθυσμών στον Πόντο και σε άλλες περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο της Κυβέρνησης της Άγκυρας, είχε ήδη εκτελεστεί.
Στον Πόντο οι ελάχιστοι απομείναντες Έλληνες εξαναγκάζονταν σε εκπατρισμό την περίοδο Οκτωβρίου 1922 – Μαρτίου 1923.
Αρχικά η τουρκική πλευρά ζητούσε την υπαγωγή των Ελλήνων της Πόλης, την εκδίωξη του Οικουμενικού Πατριαρχείου και την παραμονή των Μουσουλμάνων στη Δυτική Θράκη. Η μαξιμαλιστική (ιδιοτελής;) αυτή στάση αλλά και το κυριότερο ότι αν και οι Έλληνες της Πόλης εκριζώνονταν, που ήλεγχαν το 25% της οικονομίας της Τουρκίας, τότε θα κινδύνευε η εξόφληση του αναλογούντα στην Τουρκία του οθωμανικού χρέους, αλλά και η στάση των Ορθόδοξων κρατών που συμμετείχαν στην συνδιάσκεψη οδήγησαν στην εξαίρεση του εκπατρισμού των Ελλήνων της Πόλης –ανεξαρτήτου υπηκοότητας τους– αρκεί να μην είχαν μετοικήσει στην Κωνσταντινούπολη μετά από τις 30/10/1918.
Στις 10 Ιανουαρίου 1923, όπως καταγράφηκε στα Πρακτικά της Συνδιάσκεψης, ο πρόεδρος της Τουρκικής αντιπροσωπείας Ismet Pasha δήλωσε ότι η Τουρκία δέχεται το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως να παραμείνει στην έδρα του, υπό τον όρο να απογυμνωθεί όλων των μη θρησκευτικών αρμοδιοτήτων του. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει τη σημασία των επίσημων Πρακτικών της Συνδιάσκεψης.
Περισσότερο χρόνο διήρκεσε η συζήτηση για τα στενά των Δαρδανελίων και ειδικά του Βοσπόρου. Η Ρωσία με τον υπουργό Εξωτερικών Chicherin πρότεινε λύση που έδινε το δικαίωμα διέλευσης πολεμικών πλοίων μόνο στη Σοβιετική Ένωση και την Τουρκία, που ευνοούσε τα δύο κράτη εξίσου. Όμως η Τουρκία ταυτίστηκε με τον Λόρδο Curzon σε βαθμό που ο Chicherin να δηλώσει: «οι Τούρκοι όχι μόνο πουλάνε τα Ρωσικά συμφέροντα αλλά και όλων των λαών της Ανατολής στην Αγγλία και μας κοροϊδεύουν..».
Από τα μέσα Ιανουαρίου 1923 ξεκίνησε στη Συνδιάσκεψη η συζήτηση του πλέον ακανθώδους ζητήματος, όπως αποδείχθηκε και αργότερα, του θέματος των Διομολογήσεων γνωστών ως Capitulations.
Αρχίζοντας από την εποχή του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς (Kanuni Sultan Suleyman) ίσχυαν συμφωνίες με τη Γαλλία αλλά και με άλλα δυτικά κράτη με τις οποίες οι ξένοι υπήκοοι που ζούσαν εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας υπάγονταν στο δίκαιο της δικής τους χώρας μόνο. Στα τέλη του 19ου αιώνα ο θεσμός αυτός λειτουργούσε με περίεργα αποτελέσματα και από τη συνδιάσκεψη του Παρισιού το 1856, η Αυτοκρατορία ζητούσε την κατάργηση των διομολογήσεων, καθώς το καθεστώς αυτό ευνοούσε τα συμφέροντα της Γαλλίας και Μ. Βρετανίας.
Αν και οι Δυτικές δυνάμεις συμφωνούσαν για την κατάργηση των Διομολογήσεων, έθεσαν την ανάγκη μιας μεταβατικής χρονικής περιόδου.

Ένα ακόμη ζήτημα αγεφύρωτης διαφωνίας μεταξύ της Μ. Βρετανίας και της Τουρκίας αφορούσε την τύχη του βιλαετίου της Μοσούλης, που ήταν υπό τον έλεγχο της Μ. Βρετανίας ως προστάτιδας δύναμης του νέο-ιδρυθέντος Βασιλείου του Ιράκ. Στο θέμα αυτό βασικός παράγοντας ήταν τα κοιτάσματα πετρελαίου, παρόλο που η βρετανική πλευρά προσποιείτο ότι ο παράγοντας αυτός ήταν άνευ σημασίας. Εξαιτίας των δύο αυτών ζητημάτων που οδήγησαν στη διαφωνία των Λόρδο Curzon και Ismet Πασά, η συνδιάσκεψη οδηγήθηκε σε αδιέξοδο, και τέλη Ιανουάριου 1923, υπό την απειλή επανάληψης εχθροπραξιών, οι αντιπρόσωποι επέστρεψαν στις χώρες τους.
Την 31η Ιανουαρίου1923 η Ελλάδα και η Τουρκία υπέγραψαν την Συμφωνία περί Ανταλλαγής των πληθυσμών που αργότερα ενσωματώθηκε στην τελική Συνθήκη.
Το διάστημα από την 4η Φεβρουαρίου μέχρι την 23η Απριλίου 1923, ημερομηνία επανέναρξης της συνδιάσκεψης, υπήρξε καθοριστικό για τα επόμενα 100 χρόνια ως προς τη μορφή της εξουσίας που θα αναπτύξει η Τουρκία. Τον Φεβρουάριο 1923, οργανώθηκε στη Σμύρνη το Συνέδριο Οικονομίας, του οποίου οι αποφάσεις καθόρισαν την οικονομική κατεύθυνση της Τουρκίας προς τον καπιταλισμό, με άξονα τον εκτουρκισμό της οικονομίας και με στόχο τον εξοστρακισμό των ελάχιστων μη Μουσουλμάνων που είχαν απομείνει. Η δεύτερη εξέλιξη ήταν η αποπομπή της αντιπολίτευσης στην Εθνοσυνέλευση της Άγκυρας και η διάλυση της Βουλής με την προκήρυξη «εκλογών» με το σύστημα διορισμού των βουλευτών από τον Μ. Κεμάλ και αργότερα από το Λαϊκό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα.
Κατόπιν διπλωματικών επικοινωνιών στις οποίες πρωτοστάτησε η Γαλλία, η συγκρότηση και ετοιμότητα της Στρατιάς του Έβρου, που είχε την δυνατότητα ανακατάληψης της Ανατολικής Θράκης των στρατιωτικών επιχειρήσεων της Βρετανίας στο βόρειο Ιράκ και των προαναφερθεισών αλλαγών στην Άγκυρα, στη μορφή εξουσίας του νέου κράτους της Τουρκίας ξανά συνήλθαν οι αντιπρόσωποι στη Λωζάννη την 23η Απριλίου 1923.
Τα κύρια πέντε ζητήματα που συζητήθηκαν και υπήρξαν συμβιβασμοί με αποτέλεσμα να υπογραφεί η Συνθήκη την 24η Ιουλίου 1923, ήταν:
α) Η απαίτηση της Τουρκίας η Ελλάδα να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις. Μετά από έντονες συζητήσεις η Τουρκία δέχθηκε η Ελλάδα να παραχωρήσει την κυριαρχία του τριγώνου Καράγατς που βρίσκεται δυτικά του ποταμού Έβρου, πολύ κοντά στην Αδριανούπολη.
β) Το ζήτημα του Οθωμανικού χρέους που λύθηκε με σημαντικές υποχωρήσεις των δυτικών κρατών.
γ) Το ζήτημα των Διομολογήσεων που ουσιαστικά λύθηκε όπως το ζητούσε η Τουρκία αφού εξασφαλίστηκε η οικονομική διείσδυση των δυτικών κρατών.
δ) Ο τρόπος της εκκένωσης από τις δυνάμεις της Αντάντ και παράδοσης της Κωνσταντινούπολης στην Κυβέρνηση της Άγκυρας.
ε) Το ζήτημα της Μοσούλης που με κοινή συμφωνία παραπέμφθηκε στη διαιτησία της Κοινωνίας των Εθνών.

Ως Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών πιστεύουμε ότι, χάρη στην εθελοντική συνεισφορά και τη συλλογική προσπάθεια, η ελληνική βιβλιογραφία εμπλουτίζεται με ένα σπουδαίο ιστορικό κείμενο, το οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα την επικαιρότητά του για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά και για τη διεθνή κατανόηση θεμελιωδών αρχών του διεθνούς δικαίου.
Ως ΟΙΟΜΚΩ εκφράζουμε τις πλέον θερμές μας ευχαριστίες προς τον Εξοχότατο Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων κ. Νικήτα Κακλαμάνη για την εκτύπωση του τόμου αυτού. Ευχαριστίες πολλές οφείλονται στις εθελόντριες και εθελοντές της ΟΙΟΜΚΩ που εργάστηκαν άοκνα επίσης και στα στελέχη της Βουλής των Έλληνων με τους οποίους η συνεργασία υπήρξε άψογη στην τελευταία φάση του έργου.
Νικόλαος Ουζούνογλου
Πρόεδρος ΔΣ της ΟΙΟΜΚΩ
















