Σε κλίμα συγκίνησης και σεβασμού πραγματοποιήθηκαν την Κυριακή 5 Απριλίου στην Κομοτηνή οι εκδηλώσεις μνήμης για τον θρακικό ελληνισμό, ενόψει της σημερινής, 6ης Απριλίου, που έχει καθιερωθεί ως Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Θρακών.
Κεντρικό σημείο των εκδηλώσεων αποτέλεσε η επιμνημόσυνη δέηση στο ναό Αγίας Βαρβάρας, την οποία τέλεσε ο μητροπολίτης Μαρωνείας και Κομοτηνής Παντελεήμονας, υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των θυμάτων των διωγμών των Θρακών από Βουλγάρους και Νεότουρκους κατά τον 20ό αιώνα.
Στη συνέχεια, τελέστηκε δεύτερη επιμνημόσυνη δέηση στο μνημείο των θυμάτων στον αύλειο χώρο του ναού, με τη συμμετοχή τοπικών Αρχών και πολιτιστικών συλλόγων.
«Μνήμη και υπερηφάνεια»
Στην ομιλία του, ο μητροπολίτης χαρακτήρισε τη συγκεκριμένη ημέρα «ημέρα πένθους αλλά και υπερηφάνειας», ευχαριστώντας παράλληλα όλους όσοι παρευρέθηκαν, καθώς και τους πολιτιστικούς συλλόγους που έδωσαν το παρών με παραδοσιακές φορεσιές και λάβαρα, διατηρώντας ζωντανή την ιστορική μνήμη.
Ακολούθησε ομιλία από τον δικηγόρο και επίκουρο καθηγητή του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Χρήστο Μορφακίδη, ο οποίος ανέδειξε τις ιστορικές διαστάσεις των διωγμών και τη σημασία της αναγνώρισης της Γενοκτονίας.

Οι εκδηλώσεις κορυφώθηκαν με την κατάθεση στεφάνων στο μνημείο, από εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, πολιτικών φορέων και σωμάτων ασφαλείας.
Μεταξύ αυτών:
• ο αντιπεριφερειάρχης Ροδόπης Εμμανουήλ Ταπατζάς,
• ο αντιδήμαρχος Κομοτηνής Πέτρος Μαγιόπουλος,
• εκπρόσωποι κομμάτων και υποψήφιοι βουλευτές,
• καθώς και εκπρόσωποι του Στρατού, της ΕΛΑΣ, της Πυροσβεστικής και ενώσεων αποστράτων.
Παρόντες ήταν επίσης εκπρόσωποι δήμων της περιοχής και πολιτιστικών συλλόγων, ενισχύοντας τον συμβολισμό της συλλογικής μνήμης.
Το ιστορικό βάρος της ημέρας
Η 6η Απριλίου καθιερώθηκε μόλις πέρσι ως ημέρα μνήμης για τη Γενοκτονία του θρακικού ελληνισμού, ωστόσο για τους Θρακιώτες αποτελεί διαχρονικά σημείο αναφοράς, καθώς συνδέεται με το «Μαύρο Πάσχα» του 1914.
Τότε, οι διώξεις σε βάρος των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης πέρασαν σε νέα φάση.
Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος έχει σημειώσει με έμφαση ότι «αφετηρία των διωγμών και της Γενοκτονίας του ελληνισμού της Μικράς Ασίας, και αργότερα του Πόντου, υπήρξε ο χώρος της Ανατολικής Θράκης. Εκεί δοκίμασαν και εφάρμοσαν για πρώτη φορά το μοντέλο των μετατοπίσεων (και διωγμών) των ελληνικών πληθυσμών και των εθνικών εκκαθαρίσεων, εκεί επέβαλαν τη γενοκτονική τους συμπεριφορά και εκεί αξιοποίησαν τα θλιβερά αποτελέσματα των πειραμάτων τους, ώστε να τα επεκτείνουν σχεδόν αμέσως στη Δυτική Μικρασία και αργότερα στον Πόντο».

Κατά την περίοδο 1913-1917 υπολογίζεται ότι 232.000 Θρακιώτες εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους. Άλλοι 96.000, από τη Μακρά Γέφυρα, τη Μάδυτο, την Καλλίπολη, τις Σαράντα Εκκλησιές, τη Ραιδεστό, το Σκοπό και αλλού, οδηγήθηκαν στη Μικρά Ασία, σε καταναγκαστικά έργα.
















