Με τη ματιά ενός 12χρονου παιδιού που τα βλέπει όλα με δέος, ο καθηγητής και πολιτικός Ελευθέριος Ελευθεριάδης μάς μεταφέρει στην καρδιά της Λαραχανής, στη Ματσούκα, εκεί όπου η Λαμπρή ήταν μια μοναδική γιορτή. Οι παιδικές αναμνήσεις για την… ατελείωτη Σαρακοστή, ο φόβος του κουκαρά και η προσμονή για το κόκκινο αυγό προετοιμάζουν τόσο αγνά το έδαφος μέχρι την αποκάλυψη του μυστικού κώδικα των Ποντίων.
Εντύπωση προκαλούν και τα όσα γράφει στο άρθρo του με τίτλο «Η Λαμπρή στο χωριό του», το 1957, στην Ποντιακή Εστία, για τους Τούρκους στη γενέτειρά του που συμμετείχαν στο τσούγκρισμα των αυγών αλλά και τους ομαδικούς πυροβολισμούς κατά την Ανάσταση.
Ο Ελευθέριος Ελευθεριάδης γεννήθηκε το 1910 στη Λαραχανή. Στον ίδιο τόπο πέθανε, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει πως επιθυμεί, το 1988 κατά την τελευταία του επίσκεψη στα ιερά χώματα του Πόντου. Σπούδασε στη Φυσικομαθηματική Σχολή της Θεσσαλονίκης και εργάστηκε ως δημόσιος υπάλληλος. Στις εκλογές του 1951 πολιτεύθηκε για πρώτη φορά ενώ τελευταία φορά ήταν υποψήφιος το 1981.
≈
Οι αναμνήσεις ενός παιδιού, είναι φτωχές σε φαντασία και σε βαθύ νόημα και περισσότερο απ’ όλα δεν έχουν συνοχή. Αυτές τις παιδικές αναμνήσεις θα μεταδώσω, χωρίς να τις υποβάλω σε έλεγχο και θα αδιαφορήσω, τι συνέβαινε με άλλα χωρία κι’ άλλες περιοχές του Πόντου. Ενδιαφέρουν το Πάσχα –τη Λαμπρή, όπως λέγαμε– στη Λαχαρανή της Ματσούκας και περισσότερο την αντίδραση ενός παιδιού 11-12 χρόνων προς την ατμόσφαιρα αυτή, εντελώς παθητικά, διότι το παιδί των 12 χρόνων δεν είναι ήρωας σε μια τέτοια εκδήλωση, αλλά αδύνατος θεατής, χωρίς το δικαίωμα να κριτικάρει.
Δεν ξέρω ακόμη, πώς οι μεγάλοι περίμεναν την Ανάσταση στη Ματσούκα και τι σειρά έδιναν στο κομπολόγι των εορτών, στο «Πάσχα Πανσεβάσμιον» και στο «Πάσχα των πιστών η Σωτηρία». Ξέρω όμως, με ποια ιδιαίτερη χαρά περιμέναμε οι μικροί το Πάσχα.
Θαρρώ και τώρα, πως το Πάσχα, είναι η μόνη ημέρα μέσα στις 365 του χρόνου, που δεν μοιάζει με καμμιά! Το Πάσχα περιμέναμε το μεγαλύτερο δώρο. Το Πάσχα την καινούργια φορεσιά, το Πάσχα τα «τσάπουλας», το Πάσχα τα παιγνίδια μας, το Πάσχα την ανανέωση των πόθων και τη συγχώρεση! Το Πάσχα το κόκκινο αυγό! Και βέβαια!
Όλες τις μέρες, άσπρα τα αυγά και μόνο το Πάσχα κόκκινο! Ένα προνόμιο που ζήλεψαν και οι Τούρκοι του χωριού μας. Βάφανε και αυτοί αυγά το Πάσχα, για να τσουγκρίσουν μαζί μας. Η ημέρα της Αγάπης! Έπρεπε και οι Τούρκοι να γίνουν αδέλφια μας την ημέρα αυτή.
Νομίζω, πως το Πάσχα, στο ζήτημα των δώρων για τα παιδιά, ήταν μεγαλύτερης σημασίας απ’ τον Αηβασίλη, στο χωριό μου τουλάχιστον. Εκείνο που έδιδε μεγάλη αίγλη στην Ανάσταση, ήταν η με βαθειά πίστη τήρηση της νηστείας Σαρακοστής. Ολόκληρη τη Σαρακοστή, νήστευαν και άρρωστοι και οδοιπόροι ακόμη. Κι’ όχι σαν τώρα, που περιόρισαν τη σαρακοστή στα δύο άκρα. Μερικές ημέρες στην αρχή και μερικές στο τέλος. Δηλαδή; τρώνε ολόκληρο το βόδι και πετούν τα νύχια του, για να δικαιολογηθούν ότι, όλη η αμαρτία είναι στα άκρα συγκεντρωμένη. Λες και η Σαρακοστή είναι ένας μαγνήτης που έχει την νηστίσιμη ενέργεια στους δύο πόλους και ολόκληρος ο κορμός, είναι ουδέτερα ζώνη!… Ξεφύγαμε όμως απ’ το θέμα.
Ήθελα μ’ αυτό, να τονίσω ότι η αγωνία των παιδιών, πότε θα τελειώσει η Σαρακοστή για να φάνε ό,τι θέλουν και να δοκιμάσουν τη χαρά των κόκκινων αυγών, έδιδε νόημα στο Μεγαλείο της Αναστάσεως. Αξέχαστος θα μου μείνει «ο κουκαράς». Εμφανιζότανε σαν δαμόκλειος σπάθη με την είσοδο της Σαρακοστής κρεμασμένος στην οροφή και χανότανε την νύχτα της Αναστάσεως!
Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, οι στιγμές, γινότανε ώρες! Για να περάσει και η τελευταία ημέρα της Σαρακοστής, έπρεπε το βράδυ να κοιμηθούμε και να ξυπνήσουμε τις πρωινές ώρες. Ποιος μπορούσε να κλείσει μάτι!
Η λειτουργία άρχιζε μετά τις 2-3 η ώρα τη νύχτα, ώστε χαράγματα, με «το τσατσοφώτ’ς» να γίνει η Ανάσταση.
Είπαμε όμως, ότι έπρεπε να κοιμηθούν προτού να ξεκινήσουν για την Ανάσταση και επειδή έπρεπε να σηκωθούν νύχτα, φρόντιζαν το Μέγα Σάββατο, να κοιμηθούν όλοι από νωρίς. Έτσι, από το βράδυ, το χωριό βυθιζόταν στο σκοτάδι. Όλα κοιμούνται! Κι’ αυτοί οι Τούρκοι, σεβόμενοι τα έθιμά μας, απεσύροντο ενωρίς. Τα καφενεία κλειστά όλα, ως κι’ αυτά των Τούρκων. Και τι θα κάνουν τα τουρκικά καφενεία, όταν δεν έχουν έλληνες πελάτες!.. Μετά τα μεσάνυχτα, το χωριό ξυπνά ολόκληρο. Πρώτο σημάδι. Φωτίζονται τα παράθυρα όλων των σπιτιών και στις αυλές κινούνται φώτα από δαδιά. Πηγαίνουν από σπίτι σε σπίτι, για να σχηματίσουν παρέες μεγάλες για την εκκλησιά.
— Έ! Παλάσσα!
— Έρχουμαι Παρθένα.
Χαρούμενες φωνές, βγαίνουν προς προϋπάντηση. Φεγγοβολούν τα πάντα. Άλλα φώτα περιμένουν στο δρόμο κι’ άλλα πλησιάζουν. Ενώνονται περισσεύουν και ξεκινούν. Κάθε μαχαλάς χωριστά, σαν πύρινα ποτάμια, οι φωτισμένες παρέες, συγκλίνουν προς την εκκλησία. Οι καμπάνες του Αη Γεώργη χτυπούν. Απέναντι του χωριού Άγουρσα οι λαμπάδες απαντούν χαρμόσυνα.
Η εκκλησία λούζεται μέσα στα φώτα τα πολλά. Σήμερα όλοι οι πολυέλαιοι και όλα τα μανουάλια θ’ ανάψουν με τις μεγάλες καμπάνες. Πλησιάζει η Ανάσταση. Τα παλληκάρια του χωριού, αρματωμένα, περιμένουν στο προαύλιο. Εκεί το ρόλο των κροτίδων και των βαρελότων, αντικαθιστούν τα μάουζερ, με τα πραγματικά φυσίγγια. Με ψεύτικους κρότους, δεν μπορεί να γίνει Ανάσταση. Πρέπει να πέσουν αληθινά τουφέκια! Να ξυπνήσουν οι πρόγονοί μας και να λάβουν μέρος στον εορτασμό.
Μυριόστομα τουφέκια με μιας θα πάρουν στα φτερά του ήχου των την χαρμόσυνη αγγελία «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών!» Ακολουθεί ο δαιμονισμένος «ντονανμάς».
Πού να καταλάβουν οι αφελείς Τούρκοι, τη σημασία των πυροβολισμών! Νομίζουν πως ο Χριστός δεν ανασταίνεται αν δεν πέσουν τουφεκιές! και βγαίνουν κι’ αυτοί και ρίχνουν απ’ τα παράθυρά τους να μας βοηθήσουν.
Άλλοι έρχονται «άρμα-πύρμα» στην εκκλησιά να αυξήσουν με τα τουφέκια τους τον ήχο, ν’ ακουσθή πέρα απ’ το Βόσπορο, στη γη του Περικλέους η βροντή των όπλων της Χριστιανοσύνης του Πόντου, που περιμένουν κάποια άλλη Εθνική Ανάσταση, στη χώρα των Κομνηνών, από το 1461.
Ότι οι πυροβολισμοί αυτοί της Αναστάσεως, έχουν κάποιο βαθύτερο νόημα, είναι η επανάληψη των πυροβολισμών το απόγευμα κατά τη Δεύτερη Ανάσταση. Από κάθε σπίτι που έχει άνδρα, ακούεται τουφεκιά. Όλοι βγαίνουν στα παράθυρα και μετρούν τα σπίτια του χωριού που απαντούν στις τουφεκιές.
Τα σπίτια που δεν απαντούν, δεν σημαίνει πως δεν έχουν τουφέκι, διότι κάθε σπίτι έχει «πάππον προς πάππον» τουφέκι κάπου στον ταβάνι του σπιτιού πεταμένο. Αυτό σημαίνει πως δεν έχει τυφεκιοφόρο. Είναι ένας κώδιξ κρυπτογραφικός διά να ξέρουν οι Έλληνες του χωριού τη μαχητική δύναμή τους.
Πολλές γυναίκες, μπορούν να τουφεκίσουν, σαν αληθινές Σουλιώτισσες, μα δεν επιτρέπεται την ημέρα του Πάσχα, διότι είναι… αμαρτία! Έτσι λέμε, για να μη προδοθή ο Κώδιξ συνεννοήσεως και… οι Τούρκοι το πιστεύουν.
Ελ. Ε. Ελευθεριάδης
















