Ήταν 14 Απριλίου 1913. Η Τραπεζούντα έσφυζε από ζωή και οι Έλληνες στην πόλη γιόρταζαν με κάθε μεγαλοπρέπεια το Πάσχα. Παντού ακουγόταν η ελληνική λαλιά, παντού πρόβαλλαν ελληνικά σύμβολα, παντού ηχούσαν ελληνικά τραγούδια και μελωδίες.
Δέκα χρόνια μετά, στις 26 Μαρτίου 1923, το Πάσχα δεν ήταν το ίδιο. Τίποτα δεν ήταν το ίδιο. Η εικονα είχε ανατραπεί βίαια.
Η πόλη ήταν πλέον βουβή, λεηλατημένη και γεμάτη πρόσφυγες που ετοιμάζονται για το φευγιό προς την Ελλάδα.
Την αντίθεση ανάμεσα στις καμπάνες που ηχούσαν πανηγυρικά και τους ναούς μας που μετατράπηκαν σε στάβλους αποτυπώνει σε δύο κείμενά του ο Γεώργιος Θ. Κανδηλάπτης (Κάνις) στο βιβλίο του Ποντιακά ιστορικά ανάλεκτα που εκδόθηκε το 1925 στην Αλεξανδρούπολη.
Το μέγεθος της ποντιακής τραγωδίας μέσα από την περιγραφή δύο εικόνων που χρονικά διαφέρουν μια 10ετία…
≈
14 Απριλίου 1913
«Πολλές φορές στη ζωή ο άνθρωπος δεν έχει άλλο στήριγμα και παρηγοριά,
παρά μόνο την ανάμνηση ευτυχισμένων εποχών.»
Κωνστ. Ν. Ιεροκλής
Ήταν η γιορτή του Πάσχα. Η ωραία Μητρόπολη του Πόντου, η ξακουστή από τα παλιά Τραπεζούντα, έπλεε μέσα σε όλη της τη λάμψη και τη μεγαλοπρέπεια. Ποιος τολμούσε να πει πως αυτή ήταν πόλη τουρκική;
Παντού ακουγόταν η ελληνική λαλιά, παντού πρόβαλλαν ελληνικά σύμβολα, παντού ηχούσαν ελληνικά τραγούδια και μελωδίες. Τα πάντα ήταν ελληνικά.
Η πόλη ήταν αναστατωμένη, τόσο για τη γιορτή του Πάσχα όσο και γιατί οι φίλοι από την Κερασούντα και την Αμισό (Σαμψούντα) είχαν έρθει για να ανταποδώσουν την επίσκεψη και να χαιρετήσουν τους Τραπεζούντιους.
Ο γλαφυρός ρήτορας και καθηγητής Αριστείδης Ν. Ιεροκλής, με τη ρητορική δεινότητα που τον χαρακτήριζε, ήταν πανταχού παρών και χαιρετούσε τους επισκέπτες με ζωηρά λόγια. Οι ναοί με τη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια πρόβαλλαν επιβλητικοί. Η ιστορική μονή της Θεοσκεπάστου επέβλεπε την πόλη από ψηλά, σμίγοντας τον ήχο των καμπανών της με τις καμπάνες των υπόλοιπων ναών. Τα ονομαστά εκπαιδευτήρια, καθαρά και στολισμένα με μυρτιές, υψώνονταν ως δείγματα της αγάπης των Ποντίων για τα γράμματα.
Τα αρχοντικά σπίτια των Καπαγιαννίδων, των Φωστηρόπουλων, των Βελισαρίδηδων, των Ακριτίδηδων, των Σεράσηδων και άλλων, ήταν γεμάτα επισκέπτες, και η χαρά κυριαρχούσε παντού.
Μέσα στους δημόσιους κήπους, κάτω από ανθισμένα και μοσχομυριστά δέντρα, πιστοί σύζυγοι έψαλλαν το «Χριστός Ανέστη». Οι μεσήλικες, μέσα σε κλίμα χριστιανικής αγάπης, πίνοντας κρασί προς τιμήν του Βάκχου και υπό τους ήχους της λύρας, τραγουδούσαν τραγούδια της Κρώμνης. Οι όμορφες κοπέλες, με τα λευκά χέρια και τα ωραία μαλλιά, αστράφτοντας από την παρθενική τους λάμψη και την τιμή, τραγουδούσαν συγκινητικά εθνικά, ηρωικά και ερωτικά τραγούδια. Οι σφριγηλοί νέοι, με χορούς και τραγούδια, επισκέπτονταν τα σπίτια όπου ήλπιζαν να βρουν τη μελλοντική σύντροφο της ζωής τους.
Βάρκες γεμάτες με αρχοντικές οικογένειες γλιστρούσαν στη γαλήνια θάλασσα υπό τους ήχους του βιολιού και της λατέρνας. Παντού κίνηση και ευθυμία, που μεγάλωνε από τα σφυρίγματα των πλοίων που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι.
Φτωχοί και πλούσιοι ήταν ένα, και το τραπέζι φιλοξενούσε πλούσια και τους μεν και τους δε.
Οι φιλαρμονικές και των τριών πόλεων έπαιζαν εκλεκτά κομμάτια που συγκινούσαν και τον πιο απαθή άνθρωπο. Τα πυροτεχνήματα, σαν διάττοντες αστέρες πάνω από την πόλη, προκαλούσαν ρίγη σε όλους.
Αναρωτιόμουν με θαυμασμό αν βρισκόμουν στη χώρα των Μακάρων ή των Σειρήνων, εκεί όπου κάθε λύπη και στεναγμός είχε χαθεί. «Ιδού μια κιβωτός ζωής», σκέφτηκα και αυθόρμητα αναφώνησα αυτό που έγραψε ο διάσημος πολιτικός Κανέλλος Παπαμιχαλόπουλος: «Εύγε στους Τραπεζούντιους». Όταν μετά από λίγες μέρες το καθήκον με κάλεσε πίσω στην ορεινή Χαλδία, αποχωρίστηκα την πόλη με δυσκολία, απαγγέλλοντας τους στίχους του Πόντιου ποιητή Ι. Σοφιανόπουλου:
Ω Τραπεζούντα, ανοίγω τα χείλη μου από θαυμασμό και σε υμνώ με χαρά όσο είμαι εδώ·
αλλά και όταν θα φύγω σε λίγο, θα κουβαλώ μαζί μου τις πιο γλυκές συγκινήσεις της ψυχής.
∼∼∼∼
26 Μαρτίου 1923
«Ω! τα δάκρυα ανακουφίζουν το βάρος του στήθους…»
Αλέξ. Σούτσος
Ήταν πάλι η γιορτή του Πάσχα. Είχαν περάσει δέκα χρόνια από την παραπάνω σκηνή. Η Τραπεζούντα βρισκόταν σε κατάσταση διωγμού λόγω της Ανταλλαγής, που επιβλήθηκε αυθαίρετα από την άτιμη τουρκική κυβέρνηση της Άγκυρας. Οι γηγενείς κάτοικοι, παρά τις υποσχέσεις της Μεγάλης Αντάντ που υποτίθεται πως προστάτευε τον Ελληνισμό, είχαν ήδη εκδιωχθεί βίαια.
Η πόλη ήταν γεμάτη με πάνω από 8.000 πρόσφυγες από τη Ροδόπολη, τη Χαλδία και την Ερζερούμ.
Ήταν στοιβαγμένοι στις αυλές των εκκλησιών, σε ετοιμόρροπα χαμόσπιτα και πανδοχεία, γιατί τα αρχοντικά που προανέφερα τα είχαν καταλάβει τα όργανα του Κεμάλ και Τούρκοι αξιωματικοί, που διασκέδαζαν με τις «εκμοντερνισμένες» γυναίκες τους που είχαν βγάλει το φερετζέ.
Μόνο ένας μικρός και αφανής ναός, ο Άγιος Γεώργιος Κουρτζά, λειτουργούσε, και αυτός χάρη στους Έλληνες που είχαν ρωσική υπηκοότητα. Εκεί προσήλθαν οι πρόσφυγες, φτωχοντυμένοι και απαρατήρητοι, και άκουσαν το «Χριστός Ανέστη», όχι από τον σπουδαίο ψάλτη Τριαντάφυλλο Γεωργιάδη, αλλά από τον φίλο Αντώνιο Κετίδη που έψαλλε από ανάγκη.
Παντού ερήμωση και καταστροφή. Τα σπίτια των Χριστιανών λεηλατήθηκαν μέχρι και τα τζάμια των παραθύρων. Οι ναοί, γυμνοί από κάθε στολίδι, μετατράπηκαν σε στάβλους για άλογα και βόδια.
Το Φροντιστήριο, που γαλούχησε γενιές χρυσής νεολαίας, έγινε στρατώνας. Η Ιερά Μητρόπολη έγινε φυλάκιο της χωροφυλακής. Η Μονή Θεοσκεπάστου, που φιλοξένησε κάποτε αυτοκράτορες Κομνηνούς, έγινε νοσοκομείο. Μόνο ο ναός του Αγίου Γρηγορίου είχε τις πύλες του ανοιχτές, λεηλατημένος κι αυτός. Εκεί, σκάβοντας από περιέργεια μια κινητή πλάκα, βρήκα και διέσωσα τα οστά του αυτοκράτορα Αλεξίου Γ’ Κομνηνού, που είχε ανακαλύψει παλαιότερα ο Ρώσος Ουσπένσκι. Θυμήθηκα την παλιά δόξα, είδα τη σημερινή φτώχεια και βγήκα από το ναό. Κοίταξα το ψηλό καμπαναριό και, αντί για καμπάνες, διάβασα τις λέξεις: «γρηγορείτε και προσεύχεσθε».
Έκλαψα για την ερήμωση της πόλης και προσευχήθηκα να φύγουμε γρήγορα για την αγκαλιά της Μητέρας Ελλάδας. Ευτυχώς, τα μάτια μου είδαν στο λιμάνι τα ατμόπλοια «Καβάλα» και «Θρασύβουλος», που λίγες μέρες μετά μας μετέφεραν μακριά από τη μολυσμένη τουρκική ατμόσφαιρα. Αφού αποχαιρέτησα και τον τάφο του τελευταίου βασιλιά της Ιβηρίας Σολομώντα, γύρισα στην πόλη, καθώς ως γραμματέας της Επιτροπής Προσφύγων έπρεπε να επιβλέψω την καθαριότητα στα καταλύματα.
Συνάντησα ελάχιστους Χριστιανούς στον δρόμο· οι άγριες ομάδες της αστυνομίας θεωρούσαν κάθε συγκέντρωση Ελλήνων ως συνωμοσία. Μπήκα στην άλλοτε ελληνική αγορά και αντί για τους Έλληνες μεγαλεμπόρους με τα καπέλα τους, είδα μικροπωλητές με σαρίκια. Στάθηκα μπροστά στο τυπογραφείο των υιών Σεράση και, αντί για την επιγραφή «Ο Φάρος της Ανατολής», διάβασα «Μουταφάϊ Μιλλιέ Κομισιόν» δηλαδή «Γραφείο Εθνικής Αμύνης».
Είδα πολλά και έκλαψα ακόμα περισσότερο, εγώ, ο τελευταίος Έλληνας πρόσφυγας του Πόντου. Σκέφτηκα πόσο άστατη είναι η πολιτική και πόσο σκληρή και άσπλαχνη η τύχη των λαών της Ανατολής, όπως είπε ο Ουίλιαμ Γλάδστων (Γουίλιαμ Γκλάντστοουν στη σύγχρονη βιβλιογραφία). Μακάρισα τον ιστορικό Νεόφυτο Δούκα, που περιέγραψε το έργο των Τούρκων λέγοντας: «Φεύγοντας από τη μια πόλη στην άλλη, άφηναν πίσω τους τόση ερημιά, που δεν ακουγόταν ούτε γάβγισμα σκύλου, ούτε λάλημα πετεινού, ούτε κλάμα παιδιού».
Ιδού δύο εικόνες· συγκρίνετέ τις, ζυγίστε τις και αποφασίστε. Μην κοιμάστε. Οι πατέρες μας από τα μνήματα του Πόντου φωνάζουν μια λέξη: «Εκδίκηση».
Γ. Θ. Κανδηλάπτης
















