«Ένας ακούραστος εργάτης του θεάτρου “ξεκουράζεται” από προχτές το βράδυ σε “άγνωστο” για όλους εμάς τους θνητούς τόπο. Το θέατρο πενθεί ακόμη έναν πιστό του υπηρέτη». Με αυτές τις γραμμές αποχαιρέτησε ο Ριζοσπάστης το 1996 το χαμό του Νίκου Τζόγια, σαν σήμερα, Πρωταπριλιά.
Δεν είναι τυχαία η επιλογή του εντύπου, όπως θα δείτε παρακάτω. Όπως δεν είναι τυχαία η μη επιλογή αφιερωμάτων τύπου «Έφυγε ξεχασμένος από τα ΜΜΕ» – γιατί πολύ απλά δεν τον ενδιέφεραν όλα αυτά. Ειδικά στην εξέλιξή τους.
Ο Νίκος Τζόγιας υπήρξε ένας ηθοποιός που αφοσιώθηκε στο… σανίδι. Έκανε λίγες ταινίες και κάποιες τηλεοπτικές σειρές. Και ενώ θα μπορούσε να βγει στο εξωτερικό να κυνηγήσει μια πιθανή διεθνή καριέρα, εκείνος επέλεξε να μείνει στην Ελλάδα. Έτσι πέρασε στην ιστορία του εγχώριου θεάτρου, ως ένας ηθοποιός κύρους και κλασικών ρόλων.
Όσοι και όσες είχαν την τύχη να τον δουν πάντα θα τον μνημονεύουν και πάντα θα θυμούνται τις ερμηνείες, το παράστημα, αλλά και εκείνη την πεντακάθαρη φωνή του, που ταξίδευε και μάγευε. Και ας μην ήταν οι συνθήκες του βίου του οι καλύτερες.

Η τέχνη και οι δυσκολίες
Για το ποια χρονιά ήρθε στη ζωή ο Νίκος Τζόγιας, οι βιογράφοι έχουν χωριστεί στα δύο. Άλλοι γράφουν για το 1921, άλλοι για το 1922. Όποια και αν ήταν, ένα είναι το σίγουρο: τα παιδικά και τα εφηβικά του χρόνια ήταν μέσα στη φτώχεια, καθώς έχασε νωρίς τον πατέρα του. Συν ότι στην πορεία προέκυψε η Κατοχή.
Αυτό βέβαια δεν τον εμπόδισε να παλέψει για τα όνειρά του, αφού αρχικά πέρασε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο αλλά και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών. Όμως κάπου εκεί προέκυψε και η Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου. Πάνω στη διετία οι πολιτικές επιστήμες έγιναν παρελθόν και σταδιακά το ίδιο συνέβη και με την Καλών Τεχνών.
Όμως δεν εγκατέλειψε την αγάπη του για τη ζωγραφική, κάτι που στην πορεία έγινε το αγαπημένο του χόμπι.
Παράλληλα με τις σπουδές είχε ενταχθεί και στο ΕΑΜ – σε πολιτικό επίπεδο έδινε αγώνες μέχρι το τέλος της ζωής του, φυσικά χωρίς να το εκμεταλλευτεί ποτέ για προσωπικό του όφελος. Το αντίθετο θα λέγαμε, αφού τρεις φορές αποκλείστηκε από το Εθνικό Θέατρο λόγω της ΕΑΜικής του δράσης.

Και ίσως τα φρονήματά του να ήταν και η αιτία που –αν και αριστούχος– η καριέρα του δεν άρχισε στο Εθνικό (όπου έπαιρναν τους καλύτερους της Σχολής), αλλά στην Εθνική Λυρική Σκηνή με την παράσταση Μια νύχτα στη Βενετία σε σκηνοθεσία του Ελληνοαυστριακού Ρενάτο Μόρντο. (Ο πρώτος σκηνοθέτης της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.)
Στο Εθνικό έπαιξε την επόμενη χρονιά (1943-44) και δη στη θερινή σκηνή, στα Αρραβωνιάσματα του Δημήτρη Μπόγρη σε σκηνοθεσία Πέλου Κατσέλη. Στην πρώτη σκηνή της χώρας έμεινε αρχικά μέχρι το 1945.
Μετά αναγκάστηκε να δουλέψει στο Ελεύθερο Θέατρο, λόγω των αιτιών που αναφέρθηκαν πιο πάνω.

Από τη Μάνη στις Κάννες
Το 1949 έκανε το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο με τις ταινίες Δυο κόσμοι και Τελευταία αποστολή. Το δεύτερο φιλμ έγινε και το πρώτο ελληνικό που συμμετείχε στο Φεστιβάλ Καννών.
Το ίδιο συνέβη δύο χρόνια μετά και με την ταινία Νεκρή πολιτεία του Φρίξου Ηλιάδη, μία από τις πρώτες εγχώριες που προσπάθησε να ανανεωθεί θεματικά από τα τότε κλισαρισμένα σενάρια της εποχής. Στην εποχή της ήταν υπερπαραγωγή, με γυρίσματα στη Μάνη, μουσική από τον Μάνο Χατζιδάκι στην πρώτη του συνεργασία με τη Φίνος Φιλμ και ντεμπούτο για τον Γιώργο Φούντα.
Και μπορεί οι εισπράξεις να μην κατάφεραν να φέρουν κέρδη στον παραγωγό, αλλά ο Φιλοπόιμην Φίνος την έστειλε στο Φεστιβάλ Καννών.
Εκεί η πρωταγωνίστρια Ειρήνη Παππά όχι μόνο έκανε την πρώτη γνωριμία με το διεθνές κοινό, αλλά ήταν στην ουσία το «πέρασμά» της στη διεθνή αγορά. Το ίδιο θα συνέβαινε και με τον γοητευτικό παρτενέρ της, δηλαδή τον Νίκο Τζόγια, όμως εκείνος αρνήθηκε να μπει σε τροχιά διεθνούς καριέρας.

Σχεδόν μια δεκαετία μετά θα παίξει σε μια international παραγωγή, τη Φαίδρα σε σκηνοθεσία Ζιλ Ντασέν με πρωταγωνίστρια τη Μελίνα Μερκούρη. Γενικώς, με την 7η Τέχνη δεν είχε και πολύ καλές σχέσεις, αφού ήταν δοσμένος στο θέατρο, γι’ αυτό και έκανε λίγες ταινίες – κυρίως μελό, για επιβίωση.
Η τελευταία του κινηματογραφική δουλειά ήταν στις Απουσίες του Γιώργου Κατακουζηνού, το 1987. Υποδύθηκε τον αυστηρό σύζυγο της Έλενας Ναθαναήλ και πατέρα των τριών ηρωίδων.

Εθνικό και Επίδαυρος
Ο Νίκος Τζόγιας συνέδεσε το όνομά του με το Εθνικό Θέατρο. Και όχι μόνο ως ηθοποιός.
Το 1957 εντάχθηκε στο δυναμικό του και πρωταγωνίστησε σε πολλά έργα του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου. Διετέλεσε πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, καθηγητής Υποκριτικής στη Δραματική Σχολή (1968-1983 και 1989-1995) και διευθυντής της Δραματικής Σχολής (1977-1982).
Και φυσικά, η τελευταία εμφάνιση στο σανίδι έμελλε να είναι εκεί, στο έργο του Ντούσαν Κοβάσεβιτς Ο Άγιος Γεώργιος σκοτώνει το δράκο.

Ανάμεσα στους τόσους πολλούς ρόλους που ερμήνευσε ήταν και ο τόσο επίκαιρος σήμερα Ιωάννης Καποδίστριας, μια παράσταση βασισμένη στο βιβλίο του Νίκου Καζαντζάκη σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολωμού. Ανέβηκε το 1976 και είχε τόση επιτυχία που επαναλήφθηκε το 1982.
Μάλιστα στο πρώτο ανέβασμά της ο κριτικός των Νέων Άλκης Μαργαρίτης –που θεωρείτο από τους πιο σκληρούς της εποχής– είχε γράψει πως «ο Νίκος Τζόγιας με μια σπάνια αυτοπειθαρχία μπόρεσε να σπάσει τους καζαντζάκειους φραγμούς και να προσεγγίσει την Ιστορία. Ήταν ο καλύτερος ρόλος της καριέρας του»

Την επόμενη χρονιά, το 1977, ανέβηκε το έργο του Έντουαρντ Άλμπι Δύσκολη ισορροπία, σε σκηνοθεσία Γιώργου Θεοδοσιάδη. Στην πρεμιέρα, και σε μια συγκεκριμένη σκηνή, ήταν η Ελένη Χατζηαργύρη, ο Νίκος Τζόγιας, και η Μαίρη Αρώνη στο ρόλο της εκκεντρικής θείας, ξαπλωμένη στο πάτωμα, με κολονάτο ποτήρι στο μέτωπο.
Κάτι ρώτησε η Χατζηαργύρη τον Τζόγια –που ερμήνευε τον Τοβία–, και εκείνος της απάντησε κάποιες σελίδες μετά. Έγινε παύση θανατερή. Η Αρώνη, πάντα ξαπλωμένη, λέει τότε στη Χατζηαργύρη: «Χρυσό μου, δεν σε άκουσε. Ρώτησέ τον πάλι». Η ερώτηση έγινε ξανά, ο Τζόγιας απάντησε κανονικά και η παράσταση συνεχίστηκε ομαλά.

Εκτός από το σύγχρονο δραματολόγιο, ο Νίκος Τζόγιας έγραψε ξεχωριστή ιστορία στην αρχαία τραγωδία. Και φυσικά στην Επίδαυρο.
«Τον έβλεπα στην Επίδαυρο, και αν η παράσταση μου άρεσε πηγαίναμε με τα παιδιά των άλλων ηθοποιών και τεχνικών κάθε βράδυ στις πρόβες στο αρχαίο θέατρο. Είδα δεκάδες φορές τον μπαμπά μου στις Βάκχες και ως Διόνυσο και ως Πενθέα, στον Αγαμέμνονα με την Παξινού και τον Κωτσόπουλο. Είδα όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες να διδάσκουν και τους σκηνογράφους να στήνουν τους εφήμερους κόσμους τους» είχε γράψει η κόρη του Μαρία Λουίζα. Την απέκτησε από το γάμο του με τη μεταφράστρια Άννα Βαρβαρέσου.
Εκτός της σκηνής
«Τον θυμάμαι να μελετάει μεγαλόφωνα το ρόλο του τριγυρνώντας στο σπίτι – και πολύ μικρή άρχισα να μαθαίνω κι εγώ απ’ έξω φράσεις ακατανόητες που επαναλάμβανα. Πρώτη φορά, πριν ακόμα πάω σχολείο, τον είδα στη σκηνή ως Πετρούκιο στο Ημέρωμα της στρίγγλας και θυμάμαι τη χαρά μου που είχε κερδίσει την καρδιά της ατίθασης Κατερίνας – της Βάσως Μανωλίδου. Από τότε έβλεπα πάντα τις παραστάσεις του – εκτός από το Λορενζάτσιο του Αλφρέ ντε Μυσέ που “δεν ήταν για παιδάκια”, άρα ο μπαμπάς μου είχε ερωτική σκηνή» έχει περιγράψει η κόρη του.
Και μετά πρόσθεσε με τρυφερότητα: «Ο μπαμπάς μου με φώναζε “σκιουράκι” και με κράταγε πάντα από το μικρό δαχτυλάκι και εγώ καμάρωνα γιατί ήταν ψηλός και όμορφος. Όταν έβγαιναν το βράδυ με τη μαμά μου δεν έκλαιγα, σκεφτόμουν ότι είναι το πιο ωραίο ζευγάρι του κόσμου και περίμενα μαζί με τον Ντένη μου να μας πει η μαμά την άλλη μέρα πού πήγαν και τι έκαναν. Ο μπαμπάς μου δούλευε το βράδυ και κοιμόταν όλο το πρωί. Και αυτό μου φαινόταν το κανονικό, όχι το ανάποδο».

Η κόρη του τον χαρακτήριζε «ιδεολόγο και αγωνιστή». Αλλά ήταν και ένας άντρας που γοήτευε τις γυναίκες. «Γελάγαμε με την αμηχανία γνωστών του πριν με συστήσει ως κόρη του, και καμάρωνα όταν τα κορίτσια του ζητούσαν αυτόγραφο. Ο μπαμπάς μου πέθανε 74 ετών την 1η Απριλίου του 1996 από σπογγώδη εγκεφαλοπάθεια. Και από τότε δεν έχει περάσει μια μέρα χωρίς να τον σκεφτώ».
















