Η απαγόρευση της πρόσβασης του Λατίνου Πατριάρχη Ιεροσολύμων στον ναό του Παναγίου Τάφου για να χοροστατήσει στη λειτουργία της Κυριακής των Βαΐων από την ισραηλινή αστυνομία υπαγορεύτηκε από λόγους ασφαλείας και δεν προήλθε από καμιά «κακόβουλη πρόθεση», σύμφωνα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου.
«Σήμερα, λόγω της ιδιαίτερης ανησυχίας για την ασφάλειά του, η αστυνομία της Ιερουσαλήμ εμπόδισε τον Λατίνο Πατριάρχη καρδινάλιο Πιτσαμπάλα, να χοροστατήσει στη λειτουργία στον ναό του Παναγίου Τάφου. Δεν υπήρχε απολύτως καμιά κακόβουλη πρόθεση, μόνο η ανησυχία να διασφαλιστεί η προστασία του», έγραψε στην πλατφόρμα x.com το γραφείο του Ισραηλινού πρωθυπουργού.
Today, out of special concern for his safety, Jerusalem police prevented the Latin Patriarch Cardinal Pizzaballa from holding mass this morning at the Church of the Holy Sepulchre. Again, there was no malicious intent whatsoever, only concern for his safety and that of his party.
— Prime Minister of Israel (@IsraeliPM) March 29, 2026
«Ωστόσο, δεδομένου ότι αρχίζει η Μεγάλη Εβδομάδα για τους χριστιανούς ανά τον κόσμο, οι ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας επεξεργάζονται ένα σχέδιο ώστε να επιτραπεί στους θρησκευτικούς αξιωματούχους να προσευχηθούν [στο ναό του Παναγίου Τάφου] τις ερχόμενες ημέρες», πρόσθεσε.
Ο Λατίνος Πατριάρχης Ιεροσολύμων καρδινάλιος Πιερμπατίστα Πιτσαμπάλα και ο επικεφαλής των Φραγκισκανών στους Αγίους Τόπους, πατέρας Φραντσέσκο Ιέλπο, εμποδίστηκαν σήμερα από την ισραηλινή αστυνομία να εισέλθουν στην εκκλησία, μια κίνηση που προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και αγανάκτηση στο εξωτερικό.
Στην έναρξη της επίθεσης του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών κατά του Ιράν την 28η Φεβρουαρίου, οι ισραηλινές Αρχές απαγόρευσαν τις μεγάλες συναθροίσεις, συμπεριλαμβάνοντας τις συγκεντρώσεις των πιστών στις συναγωγές, στις εκκλησίες και στα τζαμιά, κυρίως στο Τέμενος Αλ Άκσα –τον τρίτο ιερότερο τόπο του Ισλάμ– κατά τη διάρκεια του ιερού μήνα του Ραμαζανιού για τους μουσουλμάνους, και περιόρισαν τις δημόσιες συγκεντρώσεις σε περίπου 50 άτομα.
Η αστυνομία αιτιολόγησε την απόφασή της αυτή δηλώνοντας ότι η διάταξη της Παλιάς Πόλης και των ιερών τόπων αποτελεί σύνθετη περιοχή που δεν καθιστά δυνατή την πρόσβαση γρήγορα της υπηρεσίας πρώτων βοηθειών σε περίπτωση επίθεσης, με συνέπεια να τίθεται πραγματικός κίνδυνος για τη ζωή των ανθρώπων.
Αντιδράσεις από Ιταλία και Λατινικό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων
Σε ανακοίνωσή του, το Λατινικό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων υπογράμμισε ότι «το συμβάν αποτελεί ένα σοβαρό προηγούμενο, όπως και έλλειψη σεβασμού ως προς την ευαισθησία δισεκατομμυρίων ανθρώπων οι οποίοι, κατά την εβδομάδα αυτή, έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στην Ιερουσαλήμ». Η σημερινή απόφαση χαρακτηρίζεται, επίσης, «ένα μέτρο σαφώς παράλογο και δυσανάλογο».
Σεβόμενο τα έκτακτα μέτρα ασφαλείας που έχουν επιβληθεί λόγω του πολέμου στην Μέση Ανατολή, το Λατινικό Πατριαρχείο Ιεροσολύμων είχε ακυρώσει την σημερινή, παραδοσιακή λιτανεία της Κυριακής των Βαΐων και ο καρδινάλιος Πιτσαμπάλα με τον Καθολικό Κουστωδό δεν συνοδευόταν από άλλους κληρικούς.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι πήρε άμεσα θέση, και αναφερόμενη στο συμβάν, υπογράμμισε:
«Ο Πανάγιος Τάφος των Ιεροσολύμων είναι ιερός τόπος της Χριστιανοσύνης και, κατά συνέπεια, πρέπει να προστατεύεται για την τέλεση των ιερών τελετουργιών. Η απαγόρευση εισόδου στον Λατίνο Πατριάρχη και στον Κουστωδό των Αγίων Τόπων, σε μια βασικής σημασίας ημέρα για την πίστη μας –όπως είναι η Κυριακή των Βαΐων– αποτελεί προσβολή όχι μόνο για τους πιστούς, αλλά και για κάθε κοινότητα που αναγνωρίζει την θρησκευτική ελευθερία».
Ο δε Ιταλός υπουργός Εξωτερικών, Αντόνιο Ταγιάνι, πρόσθεσε ότι ζήτησε να κληθεί αύριο, στο υπουργείο, ο πρέσβης του Ισραήλ στην Ρώμη ώστε να του ζητηθούν εξηγήσεις σχετικά με το συγκεκριμένο συμβάν.
Κατά την προσευχή του στο Όρος των Ελαιών, χωρίς την παρουσία πιστών, ο Λατίνος Πατριάρχης Ιεροσολύμων ανέφερε χαρακτηριστικά:
«Έχοντας μπροστά μας την Ιερουσαλήμ, στην ιδιαιτέρα περίπλοκη κατάσταση που ζούμε, αυτή ακριβώς την στιγμή θέλουμε να επανενωθούμε με τον Ιησού, θέλουμε να εισέλθουμε στην Ιερουσαλήμ και να μάθουμε, για μια ακόμη φορά, με ποιόν τρόπο να κατοικήσουμε αυτή την πόλη. Θέλουμε να παραμείνουμε μια κοινότητα η οποία επιθυμεί να χτίσει αλληλεγγύη, φιλία, αδελφοσύνη, σε κοινωνία με όλους και να είμαστε όργανα ειρήνης και επανασυμφιλίωσης».
















