Χειμώνας, 1861. Ένας φιλόδοξος 24χρονος σχεδιαστής από τη Σαξονία φτάνει στην Αθήνα ύστερα από αίτημα του φημισμένου Δανού αρχιτέκτονα Θεόφιλου Χάνσεν (Theophilus Hansen) να επιβλέψει το χτίσιμο ενός πνευματικού ιδρύματος στην οδό Πανεπιστημίου, σε μία αδόμητη έκταση της πόλης, της οποίας το οικιστικό άκρο οριοθετεί το κτήριο του Οφθαλμιατρείου Αθηνών.
Για την ακρίβεια, ο Χάνσεν έχει αναλάβει για το συγκεκριμένο σημείο ένα οικοδομικό τρίπτυχο, την περίφημη Αθηναϊκή Τριλογία, που περιλαμβάνει, εκτός από το πνευματικό ίδρυμα, ένα πανεπιστημιακό κτήριο και ένα μουσείο (σσ: θα καταλήξει βιβλιοθήκη). Ο ίδιος έχει ολοκληρώσει τα σχέδια του ιδρύματος και του μουσείου. Τα σχέδια του πανεπιστημίου έχει αναλάβει ο αδελφός του, Κρίστιαν. Οι εργασίες ανέγερσης χρηματοδοτούνται από τον Σίμωνα Σίνα, ζάμπλουτο Έλληνα επιχειρηματία του εξωτερικού, διπλωμάτη. Γι αυτό το κτήριο θα φέρει τον τίτλο «Σιναία Ακαδημία». Αλλά το γραφείο του Χάνσεν «τρέχει» αρκετές αναθέσεις ανά την Ευρώπη και ο ίδιος δεν μπορεί να μείνει άλλο καθηλωμένος στην Αθήνα. Έτσι, προτίθεται να εμπιστευτεί την επίβλεψη της ανέγερσης στον φέρελπι αρχιτέκτονα και να επιστρέψει στην έδρα του.

«Αγαπητέ κύριε Τσίλλερ, έχοντας μόλις επιστρέψει από το ταξίδι μου στην Ελλάδα, σπεύδω να σας ενημερώσω ότι θα ήμουν ευτυχής αν ερχόσασταν το συντομότερο δυνατό στη Βιέννη, προκειμένου να συζητήσουμε μία -όπως πιστεύω- πολύ συμφέρουσα πρόταση για εσάς» γράφει η επιστολή -με ημερομηνία 20 Σεπτεμβρίου 1859- του Χάνσεν προς τον νεαρό σχεδιαστή, τον οποίο ακολούθως βεβαιώνει πως τα έξοδα της μετακίνησής του θα βαρύνουν τον ίδιο τον Χάνσεν.
Στην πραγματικότητα, ο Ερνστ Μόριτς Τεοντόρ Τσίλλερ (Ernst Moritz Theodor Ziller), δεν είναι ένας τυχαίος σχεδιαστής. Έχει ήδη φοιτήσει τα πρώτα χρόνια αρχιτεκτονικής στη Βασιλική Σχολή Οικοδομικών Κατασκευών της Δρέσδης. Η έφεσή του στο αντικείμενο είναι φανερή. Διαθέτει ευρηματικότητα, φαντασία και καλλιτεχνική ματιά. Μελετά τις αρχιτεκτονικές τάσεις της εποχής και σχεδιάζει καλαίσθητα, συνδυάζοντας στοιχεία τους. Επιπλέον, η σχέση του με τις οικοδομές είναι και λίγο… γονιδιακή. Ο πατέρας του, Κρίστιαν Γκότλιμπ Τσίλλερ (Christian Gottlieb Ziller), ένας ιδιαίτερα δραστήριος επιχειρηματίας στη Σαξονία, διατηρεί μία από τις πλέον επιτυχημένες κατασκευαστικές εταιρείες. Ο Ερνστ έχει πάρει κοντά του την απαραίτητη πρακτική εκπαίδευση. Η φήμη του, λοιπόν, έχει φτάσει και ως τον Χάνσεν.

Ο νεαρός ανταποκρίνεται χωρίς καθυστέρηση στην πρόσκληση, εγκαταλείποντας μία πρόταση για ανέγερση συγκροτήματος κατοικιών στην Τιφλίδα.
Η ιδέα να δουλέψει με τον σπουδαίο Δανό αρχιτέκτονα, να βρεθεί υπό τη σκιά της Ακροπόλεως και να μελετήσει από κοντά τα σωζόμενα αρχαιοελληνικά δείγματα, είναι γι αυτόν παραπάνω από δελεαστική.
Άλλωστε, τα πολύτιμα αρχιτεκτονικά στολίδια της αρχαίας Ελλάδας λείπουν από το αρχείο του. Είναι, βλέπεις, η εποχή που έχει εφευρεθεί το διάφανο λαδόχαρτο και ο Ερνστ χτίζει με ζήλο ένα «θησαυροφυλάκιο αρχείων» ξεπατικώνοντας ιστορικά μορφολογικά πρότυπα από έργα κορυφαίων αρχιτεκτόνων, διακοσμητικά μοτίβα, ανασκαφικά ευρήματα. Κι αυτά στην Ελλάδα αφθονούν.

Ταξιδεύει στη Βιέννη και εντάσσεται στο προσωπικό του γραφείου του Χάνσεν, όπου ασχολείται αποκλειστικά με τη Σιναία Ακαδημία. Εκπαιδεύεται από τον Δανό, μελετά τα σχέδια, προτείνει αλλαγές και κάποτε, ενάμιση χρόνο μετά, έρχεται η στιγμή να ταξιδέψει για την Αθήνα.
«Η Ελλάδα δεν είναι Ευρώπη, αλλά θα γίνει»
Αποβιβάζεται στον Πειραιά ένα κρύο πρωινό Φεβρουαρίου του 1861, ύστερα από μακρύ θαλάσσιο ταξίδι και νοικιάζει άμαξα για να τον μεταφέρει στην Αθήνα, όπου εγκαθίσταται στη Μπουμπουνίστρα (πλατεία Συντάγματος), στο ξενοδοχείο «Βυζάντιον», απέναντι από τα ανάκτορα.
«Η Αθήνα είναι ένα μεγάλο χωριό, που φωτίζει με τη λάμψη του ο βράχος της Ακροπόλεως. Δεν είναι Ευρώπη, αλλά θα γίνει» γράφει στα απομνημονεύματά του. Έτσι κι αλλιώς, ο τίτλος της πρωτεύουσας απαιτεί μία πόλη σύγχρονη, καλαίσθητη, λειτουργική για τους πολίτες και τους ξένους της και η Αθήνα είναι πράγματι ένα μεγάλο χωριό πέριξ του βράχου, με ποτάμια και ρέματα που όταν πλημμυρίζουν μετατρέπουν τη μισή σε βούρκο. Οι περισσότεροι δρόμοι της είναι χωμάτινοι, δεν έχει δίκτυο αποχέτευσης, υδροδοτείται από κοινόχρηστες κρήνες, διαθέτει μετρημένα καταλύματα για ενοικίαση και στα περισσότερα από αυτά οι ένοικοι βολεύονται με ένα κοινόχρηστο μπάνιο. Έχει όμως τα αρχαία ερείπιά της, που φανερώνουν το λαμπρό παρελθόν της και της προσδίδουν αρχοντιά και κύρος. Σ΄ αυτά τα πρότυπα προτίθεται να δουλέψει ο Τσίλλερ.

«Είναι ευλογία να περιφέρεται κανείς στο λαμπρό παρελθόν της πόλης» -θα γράψει έναν καυτό Αύγουστο στον Χάνσεν- «αλλά έχουμε τρομερές ζέστες και μεγάλη λειψυδρία. Από τις δώδεκα το μεσημέρι μέχρι τις τρεις είναι εξαιρετικά οδυνηρό να κάθεται κανείς μπροστά στο σχεδιαστήριο. Μόνο η αίσθηση του χρέους διώχνει την αποχαύνωση και τη νύστα».
Βρίσκεται εδώ ήδη τρία χρόνια όταν ο Όθων εξορίζεται και η ανέγερση της Ακαδημίας σταματά. Ο Τσίλλερ μένει χωρίς αντικείμενο και αποχωρίζεται την Αθήνα με την υπόσχεση ότι θα επανέλθει. Επιστρέφει στη Βιέννη και εντάσσεται στο δυναμικό του γραφείου Χάνσεν συνεχίζοντας παράλληλα της σπουδές του στην Αρχιτεκτονική, αλλά και στη Ζωγραφική. Συμμετέχει σε διαγωνισμούς, αποσπά διακρίσεις και ταξιδεύει αρκετά στην Ιταλία, όπου με το σχεδιαστικό ταλέντο του «ξεπατικώνει» τους κυρίαρχους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς, νεοκλασικισμό, ιστορισμό, εκλεκτικισμό.
Στο μεταξύ, η Ελλάδα έχει αποκτήσει νέο βασιλιά, τον Δανό Γεώργιο Α΄. Ο Τσίλλερ τον έχει γνωρίσει σε κάποια φιέστα στη Βιέννη. Όμως και στον ίδιο τον Γεώργιο το όνομα του νεαρού αρχιτέκτονα δεν είναι άγνωστο. Ασφαλώς γνωρίζει πολύ καλά τον συμπατριώτη του, Χάνσεν, αλλά οι τιμητικές διακρίσεις του Τσίλλερ σε διαγωνισμούς, όπου έχει συμμετάσχει, έχουν απλώσει τη φήμη του ίσαμε τα…βασιλικά ώτα. Η ευκαιρία που αναζητούσε ο Τσίλλερ είναι μπροστά του. Αποφασίζει να επιστρέψει στην Ελλάδα, αυτή τη φορά ως ανεξάρτητος αρχιτέκτονας. Ο παρθένος τόπος, που ανοικοδομείται με γοργούς ρυθμούς, είναι η ευκαιρία του να πειραματιστεί και να θριαμβεύσει.

Αθηναίος πολίτης
Το 1868 τον βρίσκει και πάλι στην Αθήνα αυτή τη φορά με δικό του γραφείο. Έργα του που κοσμούν ήδη τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αποτελούν τα καλύτερα διαπιστευτήρια της δουλειάς του. Στην Ελλάδα έχει το προνόμιο να εμπνέεται απευθείας από το αρχαιοελληνικό πνεύμα και φως, με τα οποία «λούζει» τα νεωτερικά έργα του. Έτσι είναι ταυτόχρονα κλασικός και σύγχρονος.
Αυτή η νέα σύνθεση γέννησε και μια νέα «μεγαλοπρέπεια» για τους αστούς στην Αθήνα, που λίγες δεκαετίες πριν δεν ήταν παρά ένα «μεγάλο χωριό».
Το «χωριό», που με τον πολυμήχανο Σάξονα Τσίλλερ μετατράπηκε στο ευρωπαϊκό αρχιτεκτονικό υπόδειγμα ολόκληρης της Ελλάδας του 19ου αιώνα.
Οι παραγγελίες που δέχεται από αστούς και δημόσιο πέφτουν… βροχή. Λίγο πριν τη στροφή του 19ου αιώνα προς τον 20ο ο Τσίλλερ είναι ο πλέον δημοφιλής και παραγωγικός αρχιτέκτονας στην Ελλάδα -και όχι μόνον-, ενώ με την ιδιότητά του ως επιχειρηματία καθιερώνει στην αγορά τυποποιημένα διακοσμητικά στοιχεία μίας αρχιτεκτονικής υψηλής ποιότητας. Η έμπνευσή του δεν περιορίζεται στις κατοικίες. Επεκτείνεται στον σχεδιασμό ξενοδοχείων, θεάτρων, ναών, περιπτέρων και αγορών. Και ασφαλώς, η δράση του δεν περιορίζεται στην πρωτεύουσα.

Ο Τσίλλερ χτίζει ανά την ηπειρωτική και τη νησιωτική χώρα. Στον Πειραιά, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Καλαμάτα, στο Αίγιο, στο Γύθειο, στην Τρίπολη, στον Πύργο, στη Σύρο…
Το 1871, εποχή οικονομικής άνθησης κατά την οποία η δίψα για επίδειξη πλούτου των μεσοαστών πιάνει… ταβάνι, τους Γερμανούς σχεδιαστές δόμησης καταλαμβάνει μία εμμονή με τη ζωγραφική. Σ΄ αυτό βέβαια συντελεί και η ίδρυση των πρώτων Πολυτεχνείων στη Γερμανία, όπου πλέον εκπαιδεύονται οι αρχιτέκτονες -και όχι σε τεχνικές σχολές- με την υποχρεωτική παρακολούθηση μαθήματος σχεδίου, που προσδίδει σαφές εικαστικό ύφος στις αρχιτεκτονικές εμπνεύσεις. Αλλά ο Τσίλλερ είναι άνθρωπος μπροστά από την εποχή του. Έχει σπουδάσει ήδη στη σχολή Καλών Τεχνών της Δρέσδης κι έχει ήδη υιοθετήσει τη δύναμη της ζωγραφικής τοπίου, της αποτύπωσης των αρχαιοτήτων και του ελκυστικού τρόπου ζωγραφικής απεικόνισης των αρχιτεκτονικών μελετών.
Επιπλέον, έχει μπει από καιρό στον χώρο της αρχαιολογίας και διενεργεί σημαντικές ανασκαφές, όπως αυτή κατά την οποία εντοπίζεται η θέση του Παναθηναϊκού Σταδίου!
«Δια το έργο αυτό ο βασιλεύς Γεώργιος του απένειμε το παράσημο του Σωτήρος» θα σημειώσουν οι χρονικογράφοι της εποχής. Εξάλλου, κατά παραγγελία της Αρχαιολογικής Εταιρείας ξεκινά την αποτύπωση της ανασκαφής στο θέατρο Διονύσου. Μέσα από τα έργα του απεικονίζονται ακριβείς κατόψεις, τομές και σχέδια εξαιρετικά σημαντικών ευρημάτων. Ο Τσίλλερ είναι αυτός που αποδεικνύει ότι οι καμπύλωση του επιστύλιου του Παρθενώνα ήταν μία συνειδητή επιλογή των αρχιτεκτόνων του ναού για λόγους προοπτικής.

Ο έρωτας και η οικογένεια
Εγκατεστημένος οριστικά στην Αθήνα πηγαινοέρχεται στη Βιέννη, όπου βρίσκει τον έρωτα της ζωής του, το 1876 και πρόκειται για μια… Ελληνίδα. Η πιανίστα Σοφία Δούδου έχει βρεθεί στην πόλη για κάποιο κονσέρτο, με τους γονείς της, τον Κοζανίτη επιχειρηματία Κωνσταντίνο Δούδο και τη Ρουμάνα Ελένη Κιρίλοφ. Σοφία και Ερνστ ερωτεύονται κεραυνοβόλα και παντρεύονται στη Βιέννη. Θα εγκατασταθούν στην Αθήνα, στο σπίτι που χτίζει ο Ερνστ σε ρυθμό ώριμου νεοκλασικισμού με αναγεννησιακά στοιχεία, στην οδό Μαυρομιχάλη. Είναι ένα εντυπωσιακό διώροφο αρχοντικό, στο οποίο ο αρχιτέκτοντας προβλέπει, μεταξύ άλλων, χώρο για το γραφείο του και αίθουσα μουσικής για τη σύζυγό του. Μάλιστα «υπογράφει» το έργο του συμπεριλαμβάνοντας τα αρχικά του ονόματός του και της συζύγου του στον φυτικό διάκοσμο που καλύπτει τις οροφές των δωματίων, όπως το κτηρίου S.E.Z. (Sofia Ernst Ziller), που διακρίνεται στο υπνοδωμάτιο της Σοφίας. Για την ανέγερσή του θα δαπανηθούν περί τις 200.000 δραχμές, μεταξύ αυτών και δωρεά 20.000 δραχμών την οποία θα κληροδοτήσει στον Τσίλλερ με τη διαθήκη του ο βαρόνος Σίνας.

Δύο ακόμη εντυπωσιακά σπίτια χτίζει για την οικογένειά του, που στο μεταξύ έχει αυξηθεί κατά πέντε νεότερα μέλη (τρεις κόρες και δύο γιοι), στην Κηφισιά και τον Πειραιά. Είναι εξοχικές κατοικίες, όπου εγκαθίστανται τα καλοκαίρια η Σοφία με τα παιδιά και ο Ερνστ πηγαινοέρχεται για τις επαγγελματικές υποχρεώσεις του. Το αρχοντικό της Κηφισιάς βρίσκεται μέσα σε έκταση 40 στρεμμάτων και θα σώζεται κοντά ενάμιση αιώνα μετά στη συμβολή των δρόμων Εμ. Μπενάκη και Πεσμαζόγλου. Το άλλο, του Πειραιά, θα χαθεί μαζί με πέντε από τα συνολικά επτά, που έχει χτίσει εδώ, στο νοτιοανατολικό άκρο του φυσικού όρμου, στην αρχή της ακτής Κουντουριώτου που οδηγεί στην Καστέλα, ανοίγοντας δρόμο στην οικιστική ανάπτυξη του λιμανιού, που αυτή την εποχή αριθμεί μερικές χιλιάδες κατοίκων.
«Επτά ήταν τα σπίτια του Τσίλλερ, όλα στην αράδα κι ενωμένα. Το πρώτο, τ’ ακριανό, μεγάλο με τρία πρόσωπα, τ’ άλλα όλα όμοια με μια βεραντούλα προς τη θάλασσα και μιαν αυλή στο πίσω μέρος μπρος στο λόφο. Στο πρώτο, το μεγάλο σπίτι, κάθονταν ο βασιλέας (σσ. Γεώργιος Α΄)» θα γράφει το 1932 στον Τρελλαντώνη της η Πηνελόπη Δέλτα. Ό,τι θα σωθεί από τη συστοιχία των επαύλεων του Πειραιά θα είναι αυτή του αλευροβιομήχανου Πατσιάδη. Στην πορεία των δεκαετιών θα αποχαρακτηρισθεί ως κατοικία, θα μετατραπεί σε επαγγελματικό χώρο και θα αλλάξει αρκετά χέρια επαγγελματιών εστίασης.

Η αρχή του τέλους
Το 1900 η Ελλάδα διάγει περίοδο χρεοκοπίας, τα μεγάλα δημόσια έργα σταματούν, οι παραγγελιές για κατοικίες συρρικνώνονται στο ελάχιστο και ο Τσίλλερ αναζητά τρόπο να συμπληρώσει τις τεράστιες εισοδηματικές του απώλειες. Έτσι, ο ίδιος μαζί με δύο συμπατριώτες του αποφασίζουν να ιδρύσουν μία εταιρεία κατασκευής φραγμάτων. Ο Τσίλλερ επενδύει ολόκληρη την περιουσία του. Το εγχείρημα καταρρέει με πάταγο. Το 1912, το αρχοντικό της Μαυρομιχάλη βγαίνει στο σφυρί και καταλήγει στον τραπεζίτη Διονύση Λοβέρδο, ιδρυτή της Ιονικής Τράπεζας και της Λαϊκής. Νωρίτερα, έχουν εκποιηθεί και τα δύο εξοχικά, στην Κηφισιά και τον Πειραιά. Η οικογένεια του σπουδαίου Γερμανού αρχιτέκτονα πέφτει σε ανέχεια. Ο Λοβέρδος επιτρέπει στα μέλη της οικογένειας Τσίλλερ να παραμείνουν στο σπίτι με χαμηλό ενοίκιο. Η Σοφία αναγκάζεται να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα πιάνου κι από τα παιδιά στο οικογενειακό εισόδημα ρίχνονται, τα μεγάλα κορίτσια, η Ιωσηφίνα και η Βαλέρια, ζωγραφίζοντας και πουλώντας τα έργα της η πρώτη, σχεδιάζοντας και αντίστοιχα πουλώντας η δεύτερη. Αλλά η συντήρηση του αρχοντικού στη Μαυρομιχάλη είναι δαπανηρή και τα πενιχρά πλέον εισοδήματα των Τσίλλερ δεν αρκούν. Αναγκάζονται να μετακομίσουν σε μικρότερο σπίτι.
Στο μεταξύ, ο αρχιτέκτονας που έχει αφήσει την υπογραφή του σε περισσότερα από 500 κτήρια ανά την Ελλάδα, πέφτει σε κατάθλιψη. Η υγεία του επιδεινώνεται διαρκώς.
Επιπλέον, διανύει την 9η δεκαετία της ζωής του. Το 1923, στα 86 χρόνια του φεύγει για το μεγάλο ταξίδι, αφήνοντας πίσω του μία οικογένεια, που δεν διαθέτει ούτε τα έξοδα της κηδείας του. Η πολιτεία δεν ανταποκρίνεται στο αίτημα των φίλων του να κηδευτεί δημοσία δαπάνη. Αποφασίζουν να καλύψουν εκ των ενόντων τα έξοδα της κηδείας του στο Α΄ Νεκροταφείο.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Τόνια Α. Μανιατέα
















