Σε μια συγκυρία έντονων διεθνών εξελίξεων, η ελληνική διπλωματία έστειλε σαφές μήνυμα υπέρ της συνεννόησης και της ειρηνικής συνύπαρξης, μέσα από εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στην Άγκυρα με αφορμή την επέτειο της 25ης Μαρτίου.
Η δεξίωση της ελληνικής πρεσβείας συγκέντρωσε εκπροσώπους της τουρκικής κυβέρνησης, μέλη του διπλωματικού σώματος, καθώς και προσωπικότητες από τον χώρο των ΜΜΕ και της ακαδημαϊκής κοινότητας. Μεταξύ των παρευρισκόμενων ήταν και Τούρκοι υφυπουργοί Εξωτερικών, γεγονός που υπογράμμισε τη σημασία της εκδήλωσης.
Στην τοποθέτησή του, ο πρέσβης Θεόδωρος Μπιζάκης αναφέρθηκε στη διαχρονική αξία της εθνικής επετείου, συνδέοντας την ιστορική διαδρομή της Ελλάδας με τις αρχές της δημοκρατίας και του διεθνούς δικαίου που εξακολουθούν να καθορίζουν τη σύγχρονη ταυτότητά της.
«Είναι και πάλι μεγάλη τιμή και χαρά που γιορτάζουμε σήμερα την ημέρα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στην Άγκυρα», δήλωσε, επισημαίνοντας τον συμβολισμό της ημέρας.
Στη συνέχεια, υπογράμμισε τη βαθιά ιστορική συνέχεια του ελληνισμού, λέγοντας: «Η 25η Μαρτίου 1821 είναι ένα μεγάλο ορόσημο, η μεγαλύτερη ημέρα της σύγχρονης ιστορίας μας· ωστόσο, η ελληνική ιστορία εκτείνεται σε χιλιετίες. Μια ιστορία γεμάτη μάχες, νίκες και ήττες, αλλά πάντα με αγώνα για έναν δίκαιο σκοπό. Από την αρχαιότητα, η Ελλάδα προωθεί και υπερασπίζεται αρχές, έχοντας πάντα στο επίκεντρο τον άνθρωπο, είτε πρόκειται για την ελευθερία, τη δημοκρατία, τη φιλοσοφία ή τις επιστήμες».
Ο ίδιος παρουσίασε την Ελλάδα ως ένα σύγχρονο κράτος με ενεργό ρόλο στη διεθνή σκηνή, τονίζοντας: «Η Ελλάδα σήμερα είναι ένα σύγχρονο κράτος, με ισχυρούς θεσμούς. Πλήρες μέλος πολλών διεθνών οργανισμών και αυτή τη στιγμή έχει την υψηλή τιμή να υπηρετεί ως μη μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.
Θα επαναλάβω τις τρεις λέξεις που αντιπροσωπεύουν τη θητεία μας σε αυτό το σημαντικό όργανο: Διάλογος – Διπλωματία – Δημοκρατία. Λέξεις που μπορώ να προφέρω στα ελληνικά και να γίνουν κατανοητές από τους περισσότερους σε αυτή την αίθουσα και σε όλο τον κόσμο. Μπορούμε όλοι να αντιληφθούμε πόσο επίκαιρο παραμένει αυτό το μήνυμα.
Αυτός είναι ο δρόμος που θέλουμε να ακολουθήσουμε. Ένας δρόμος προς ένα καλύτερο μέλλον, βασισμένο στον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Πρέπει πάντα να υπερασπιζόμαστε τη διεθνή νομιμότητα».
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στις σχέσεις Ελλάδας–Τουρκίας, με τον πρέσβη να επισημαίνει τη σημασία της συνέχισης της επικοινωνίας και της συνεργασίας, ιδίως μετά τις πρόσφατες διπλωματικές επαφές, όπως η επίσκεψη του Κυριάκος Μητσοτάκης στην Άγκυρα.
Όπως σημείωσε: «Η διμερής σχέση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιστορίας μας.
Η τρέχουσα πορεία ξεκίνησε μετά τους καταστροφικούς σεισμούς στην Τουρκία, με το ειλικρινές και αυθόρμητο αίσθημα αλληλεγγύης που εξέφρασε ο ελληνικός λαός. Η εξομάλυνση των διμερών επαφών και επισκέψεων, σε διάφορα επίπεδα, κατέστησε δυνατή τη δημιουργία σταθερών διαύλων επικοινωνίας και συνεργασίας.
Η σημερινή δεξίωση πραγματοποιείται σχεδόν έναν μήνα μετά την επίσκεψη του Πρωθυπουργού Μητσοτάκη στην Άγκυρα και την 6η Σύνοδο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας. Και οι δύο ηγέτες επιβεβαίωσαν τη σημασία του διαλόγου και των σχέσεων καλής γειτονίας, ιδιαίτερα σε ένα ασταθές και διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.
Είναι λοιπόν πιο σημαντικό από ποτέ να συνεχίσουμε τις προσπάθειες για τη διατήρηση μιας αμοιβαία επωφελούς και λειτουργικής σχέσης, εστιάζοντας σε όσα μας ενώνουν και διαχειριζόμενοι τη διαφωνία με υπευθυνότητα και με οδηγό το διεθνές δίκαιο».
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε πρακτικούς τομείς συνεργασίας, όπως η οικονομία, ο τουρισμός και η διαχείριση μεταναστευτικών ροών, υπογραμμίζοντας: «Συνεχίζεται η συνεργασία για την ενίσχυση των υποδομών και τη διευκόλυνση των μετακινήσεων, καθώς και για την έρευνα, την καινοτομία και τη βιώσιμη διαχείριση των υδάτων.
Σημαντική είναι και η συνεργασία στο μεταναστευτικό, όπου η ενίσχυση των επαφών μεταξύ αστυνομικών και λιμενικών Αρχών έχει αποδώσει απτά αποτελέσματα στην καταπολέμηση των παράτυπων ροών.
Πέρυσι, σχεδόν 1,5 εκατομμύριο Τούρκοι επισκέφθηκαν την Ελλάδα, ενώ περίπου 700.000 Έλληνες ταξίδεψαν στην Τουρκία».
Κλείνοντας, ο Έλληνας πρέσβης έστειλε ένα σαφές μήνυμα για το μέλλον των δύο χωρών: «Η γεωγραφία δεν μπορεί να αλλάξει. Η Ελλάδα και η Τουρκία θα είναι πάντα γείτονες. Αυτό που είναι στο χέρι μας είναι ο τρόπος με τον οποίο θα οικοδομήσουμε τη σχέση αυτή, στη βάση του διαλόγου και των αρχών του διεθνούς δικαίου, προς ένα μέλλον ειρήνης, προόδου και ευημερίας για τους λαούς και τις χώρες μας».
















