Δεν ήταν μια δολοφονία που θα μπορούσε να περάσει στα ψιλά – ούτε τότε, ούτε σήμερα. Στην Άγκυρα του 1923, σε μια πόλη όπου το κράτος ακόμα διαμορφωνόταν και οι ισορροπίες άλλαζαν μέρα με τη μέρα, η εξαφάνιση ενός βουλευτή ήταν σημάδι για το πώς λειτουργούσε η εξουσία εκείνη τη στιγμή.
Ο Αλί Σουκρού Μπέης, βουλευτής Τραπεζούντας, δεν ήταν μια μορφή που προκαλούσε συμπάθεια. Ανήκε σε εκείνους που αντιπολιτεύονταν τον Μουσταφά Κεμάλ με ένταση και επιμονή, όχι όμως από κάποια προσήλωση σε δημοκρατικές αρχές, αλλά επειδή εκπροσωπούσε ένα διαφορετικό κέντρο ισχύος, μια άλλη εκδοχή εξουσίας που διεκδικούσε χώρο στο ίδιο πολιτικό πεδίο. Ήταν ένας αντίπαλος ενοχλητικός, απρόβλεπτος και –κυρίως– επικίνδυνος για την ισορροπία που επιχειρούσε να επιβληθεί.
Την ίδια περίοδο, ένας άλλος άνθρωπος, με τελείως διαφορετική διαδρομή, είχε ήδη φτάσει στην Άγκυρα.
Ο διαβόητος Τοπάλ Οσμάν, που είχε ήδη συνδεθεί με τις πιο σκοτεινές σελίδες της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, είχε βρεθεί στο μέτωπο του Σαγγαρίου κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής. Εκεί, καταδιώκοντας τα υποχωρούντα ελληνικά στρατεύματα, επιχείρησε –όπως γράφει ο Γεώργιος Βαλαβάνης– μια «ανόητον επίθεσιν», η οποία κατέληξε σε πλήρη συντριβή, αφήνοντας πίσω του τους περισσότερους άνδρες του.
Η ήττα αυτή δεν τον απομάκρυνε από το κέντρο των εξελίξεων. Αντίθετα, πήγε στην Άγκυρα με τη βεβαιότητα ότι ο Μουσταφά Κεμάλ θα τον ανταμείψει, είτε με μια υψηλή θέση είτε εντάσσοντάς τον στον στενό πυρήνα της εξουσίας. Ο άλλοτε δήμαρχος Κερασούντας Τοπάλ Οσμάν δεν ήταν ένας απλός τοπικός παράγοντας· ήταν ένας άνθρωπος που είχε ήδη αποδείξει ότι μπορούσε να λειτουργήσει εφαρμόζοντας ακραία βία.

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της 1ης Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης* οι εντάσεις αυξάνονταν. Παρά τις στρατιωτικές επιτυχίες, η αποδοχή του Μουσταφά Κεμάλ δεν ήταν απόλυτη. Αντικεμαλικές ομάδες διαμορφώνονταν, και ο Αλί Σουκρού ήταν από τους πιο έντονους εκφραστές αυτής της αντίθεσης.
Το πρώτο επεισόδιο που φαίνεται να επιτάχυνε τις εξελίξεις ήταν η υπόθεση του Κεγαχιά Γιαγχιά, ανθρώπου στενά συνδεδεμένου με τον Σουκρού μπέη και εμπλεκόμενου σε υποθέσεις διαφθοράς στο λιμάνι της Τραπεζούντας. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στην Άγκυρα, όμως τελικά απαλλάχθηκε – μια εξέλιξη που προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια. Λίγες ημέρες μετά την επιστροφή του στην Τραπεζούντα, βρέθηκε νεκρός.
Η υπόθεση αυτή, σε συνδυασμό με τους πύρινους λόγους του Αλί Σουκρού μέσα στη Βουλή –όπου κατηγόρησε ανοιχτά τον Μουσταφά Κεμάλ για σποραδικές δολοφονίες αντιπάλων– φαίνεται πως διαμόρφωσε ένα κλίμα χωρίς επιστροφή.

Σύμφωνα με τις αφηγήσεις που διασώζει ο Γεώργιος Κανδηλάπτης, ο Τοπάλ Οσμάν φέρεται να συναντήθηκε κατ’ ιδίαν με τον Μουσταφά Κεμάλ και να δεσμεύτηκε ότι θα «διευθετήσει» το ζήτημα. Οι λεπτομέρειες δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν με βεβαιότητα, όμως η συνέχεια των γεγονότων δείχνει ότι το σχέδιο τέθηκε σε εφαρμογή.
Ο Αλί Σουκρού προσεγγίστηκε με τρόπο που δεν προμήνυε τίποτα. Σε έναν χώρο όπου σύχναζαν βουλευτές και εύποροι της Άγκυρας, ο άλλοτε δήμαρχος Κερασούντας εμφανίστηκε σχεδόν ικετευτικός, ζητώντας τη στήριξή του για μια στρατιωτική προαγωγή και δηλώνοντας πίστη στο πρόσωπό του.
Λίγο αργότερα, τον έπεισε να μεταβούν στο σπίτι του, όπου –υποτίθεται– θα συγκεντρώνονταν και άλλοι βουλευτές. Εκεί, σε μια σκηνή που περιγράφεται σχεδόν μυθιστορηματικά, ενώ κάθονταν αντικριστά πίνοντας καφέ, ο άνθρωπος του Τοπάλ Οσμάν, ο Μουσταφά, του επιτέθηκε από πίσω και τον στραγγάλισε.
Ήταν 27 Μαρτίου 1923. Και η δολοφονία αυτή έμελλε να καταγραφεί ως μία από τις πρώτες πολιτικές δολοφονίες της… νεογέννητης Τουρκίας.
Η συνέχεια ήταν εξίσου σκοτεινή. Το σώμα του μεταφέρθηκε με βοϊδάμαξα σε απομονωμένη τοποθεσία, θάφτηκε πρόχειρα, ενώ ο χωρικός που εξαναγκάστηκε να σκάψει τον τάφο εκτελέστηκε επίσης, ώστε να μην υπάρξουν μάρτυρες.
Για λίγες ημέρες, το έγκλημα έμεινε χωρίς απάντηση. Όταν όμως ο αδελφός του Αλί Σουκρού ζήτησε επίσημα την αναζήτησή του, ο τάφος εντοπίστηκε και η υπόθεση πήρε δημόσιες διαστάσεις. Η αντίδραση ήταν άμεση. Με απόφαση που έφερε την υπογραφή του ίδιου του Μουσταφά Κεμάλ, ο Τοπάλ Οσμάν τέθηκε εκτός νόμου, στερήθηκε το βαθμό του και διατάχθηκε η σύλληψή του, με προβλεπόμενη ποινή τον απαγχονισμό.
Ο ίδιος κατέφυγε σε κρησφύγετο έξω από την Άγκυρα. Όταν οι δυνάμεις τον εντόπισαν, ακολούθησε σύγκρουση που διήρκεσε ώρες. Τραυματίστηκε βαριά και συνελήφθη, για να πεθάνει λίγο αργότερα. Το σώμα του κρεμάστηκε μπροστά από την Εθνοσυνέλευση για παραδειγματισμό, σε μια εικόνα που στόχευε όχι μόνο στην τιμωρία, αλλά και στην αποκατάσταση της τάξης.
Για τους Έλληνες του Πόντου, η εξέλιξη αυτή είχε μια ιδιότυπη, πικρή ειρωνεία. Ο άνθρωπος που είχε ταυτιστεί με τη βία και τον τρόμο στις πατρίδες τους, κατέληγε τελικά θύμα του ίδιου μηχανισμού που τον είχε αναδείξει.
















