Ο Γιώργος Συμεωνίδης και ο Γιάννης Παντελίδης ήταν δύο νέοι Πόντιοι πατριώτες που τους ένωσε η αγάπη τους για την πατρίδα, τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία. Σκοτώθηκαν σε επιχείρηση του ΕΛΑΣ στη θέση Μεταλλείο της Πηγής του νομού Κιλκίς τα Χριστούγεννα του 1943. Είχαν έλθει μωρά από τον Πόντο στις αγκαλιές των μανάδων τους. Είχαν πολεμήσει στο Αλβανικό Μέτωπο και η ιδιοσυγκρασία τους δεν τους επέτρεπε να ανεχτούν τον Γερμανό κατακτητή, γι’ αυτό ανέβηκαν στο βουνό και εντάχθηκαν στους κόλπους του ΕΛΑΣ. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Ο Γιώργος Συμεωνίδης ήταν γιος του Ιάκωβου και της Ειρήνης που παντρεύτηκαν το 1906 στο Καρς.
Είχε οχτώ αδέλφια. Από πολύ μικρός το 1923 ορφάνεψε από μάνα. Μεγάλωσε με πολύ μεγάλες δυσκολίες στη Φλώρινα. Σπούδασε στο «Μικρό Πολυτεχνείο» και έγινε υπομηχανικός. Μετά το βροντερό «ΟΧΙ» του ελληνικού λαού στους Ιταλούς, κατατάχτηκε μαζί με τους άρρενες αδελφούς του (τέσσερις στο σύνολο) στον Ελληνικό Στρατό και πολέμησε με αυταπάρνηση στο Αλβανικό Μέτωπο. Ήταν επικεφαλής διμοιρίας (διμοιρίτης) και είχε στην επίβλεψή του 30 στρατιώτες.

Ο Συμεωνίδης ήταν νέος με ενσυναίσθηση και ευαισθησίες. Όταν λάμβανε γράμμα από τις αδελφές του στο μέτωπο, τις παρότρυνε να γράφουν και στους συστρατιώτες του που δεν είχαν κάποιον να αλληλογραφήσουν. Ζήτησε μέχρι και από την μικρότερη-εξάχρονη τότε αδελφούλα του, τη Χρύσα, να γράψει επιστολές στους Έλληνες φαντάρους για να τους εμψυχώσει με τα πρώτα της γραμματάκια. Έγραφε και αυτή τις πρώτες της αράδες, μαθαίνοντας από τον δάσκαλο πατέρα τους τα γράμματα σε αυτήν τη δύσκολη συγκυρία, και οι φαντάροι μας στο μέτωπο ένιωθαν πως δεν ήταν μόνοι απέναντι στον εχθρό και ότι σύσσωμος ο ελληνικός λαός έβαζε πλάτη στην υπεράνθρωπη προσπάθειά τους. Έτσι νικήθηκαν οι Ιταλοί!
Για τον Γιάννη Παντελίδη δεν γνωρίζουμε πολλά, παρά μόνο ότι ήταν δάσκαλος και ότι ζούσε στην Θεσσαλονίκη πριν τον πόλεμο.
Ο Θ. Μητσόπουλος στο βιβλίο του Το 30ό Σύνταγμα του ΕΛΑΣ τον περιγράφει ως εξής: «Τύπος συγκρατημένου διανοούμενου μα ταυτόχρονα και ανθρώπου αποφασιστικού, που αργότερα έδειξε ότι ήταν και καλό παλικάρι. Λιγομίλητος, πολύ μετρημένος και έξυπνος. Ήταν ο δάσκαλος του λημεριού μας. Αυτός μας έκανε τα μαθήματα για την ιστορία της γης και τα άλλα».
Για τον Γιώργο Συμεωνίδη γράφει: «Ο Επαναστάτης (το συνθηματικό όνομα του Συμεωνίδη) ήταν τύπος ζωντανού νέου. Ανήσυχος ήθελε να ανακατεύεται παντού. Γεμάτος ενδιαφέρον και πόνο για τη δουλειά. Εννοούσε να χώνεται και εκεί που δεν τον έσπερναν, που λέει ο λόγος. Ήταν όμως αφοσιωμένος σύντροφος. Έμαθα πως ένα μήνα νωρίτερα τον Οκτώβρη του 1943 κατέβηκε από το βουνό στη Γουμένισσα και μίλησε σε συλλαλητήριο. Οι Γερμανοί τον συνέλαβαν αλλά αυτός έξυπνα και παλικαρίσια τους ξέφυγε».
Η πρώτη επιχείρηση του 30ού Συντάγματος
Η πρώτη επιχείρηση του 30ού Συντάγματος του ΕΛΑΣ σχεδιάστηκε από τους αξιωματικούς του σε συνεργασία με τη συμμαχική αποστολή (Άγγλους) και προγραμματίστηκε για την ημέρα των Χριστουγέννων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν συλλέξει, οι δυνάμεις του εχθρού στην περιοχή που δρούσε το σύνταγμα, όρη Βόρας (Καϊμάκτσαλάν), Πάικο και Τζένα ήταν:
- Άρνισσα: 80 Γερμανοί στρατιώτες και μια θωρακισμένη αμαξοστοιχία.
- Αριδαία: 250-300 Γερμανοί στρατιώτες
- Σκύδρα: 200 Γερμανοί στρατιώτες
- Γιαννιτσά: 200 Γερμανοί στρατιώτες
- Αξιούπολη: 10 Γερμανοί στρατιώτες
- Πολύκαστρο: 150 Γερμανοί στρατιώτες.

Ο στόχος ήταν να γίνει σαμποτάζ στη σιδηροδρομική γραμμή Αξιούπολης-Γευγελής και παράλληλα να «χτυπηθούν» και άλλοι στόχοι όπως το Μεταλλείο Μαυρόδεντρο Πηγής στην ανατολική πλαγιά του Πάικου. Το κύριο χτύπημα θα ήταν όπως προείπαμε η ανατίναξη της βασικής συγκοινωνιακής αρτηρίας και ει δυνατόν γερμανικής αμαξοστοιχίας. Το εγχείρημα ήταν δύσκολο, κάθε 1.000 με 2.000 μέτρα οι Γερμανοί είχαν περιπόλους με θωρακισμένα οχήματα για τη φύλαξη των γραμμών.
Η αιχμαλωσία των Γερμανών στρατιωτών που μετέφεραν κρασί για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα
Λίγο πριν πραγματοποιηθεί η επιχείρηση, τρεις Γερμανοί στρατιώτες έπεσαν στα χέρια της ομάδας στην οποία συμμετείχαν οι δύο Πόντιοι φίλοι, ο «Δάσκαλος» Γιάννης Παντελίδης και ο «Επαναστάτης» Γιώργος Συμεωνίδης.
Οι Γερμανοί γύριζαν από το ακριτικό χωριό Φανό με ένα γαϊδουράκι που είχαν επιτάξει από κάποιον χωρικό, το οποίο είχαν φορτώσει το καημένο με νταμιτζάνες γεμάτες κρασί και αυτές κατασχεμένες από έναν οινοπαραγωγό (τα χωριά του Πάικου είναι γνωστά για την οινοπαραγωγή τους). Οι Γερμανοί σκόπευαν να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα παραδοσιακά γερμανικά, με οινοποσία, χορούς και γλέντια παρά τη δυστυχία που σκόρπιζε η παρουσία τους.
Οι στρατιώτες του ΕΛΑΣ δεν πίστευαν στα μάτια τους, ήταν το «χριστουγεννιάτικο δώρο τους»! Με έναν σμπάρο δύο τρυγόνια: και αιχμάλωτοι Γερμανοί με τα όπλα τους και κρασί, αναμφίβολα ο Θεός τους είχε στείλει για να πέσουν στα χέρια τους!
Οι Γερμανοί παραδόθηκαν αμέσως χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ο Παντελίδης που ήταν γλωσσομαθής τους μίλησε στα γερμανικά. Οι δυο αιχμάλωτοι ήταν αρνητικοί στην επικοινωνία. Ο πρώτος επειδή ήταν πάρα πολύ φοβισμένος και ο δεύτερος γιατί ήταν διαποτισμένος με τα ναζιστικά ιδεώδη και απαντούσε σε ό,τι τον ρωτούσαν «χάιλ Χίτλερ», επιχειρώντας παράλληλα να σηκώσει το χέρι που του το κατέβαζαν οι Έλληνες πριν ολοκληρώσει την κίνηση. Ο τρίτος όμως ήταν διαφορετικός. Έμοιαζε ενθουσιασμένος που πιάστηκε αιχμάλωτος από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ. Ο Παντελίδης τον απομόνωσε από τους συντρόφους του και τότε ο Γερμανός του είπε πως τον λένε Άλφρεντ, μισεί τον ναζισμό, επιστρατεύτηκε αναγκαστικά ειδάλλως θα κατέληγε στην φυλακή και αυτό θα είχε αντίκτυπο στην οικογένειά του, και πως ήταν δημοκράτης! Προσφέρθηκε μάλιστα να δώσει πληροφορίες για το στρατόπεδό του.
Ο Άλφρεντ σχεδόν «αυτοκατατάχθηκε» στον ΕΛΑΣ χαιρετώντας στρατιωτικά και δηλώνοντας πως ήθελε να ενταχθεί στο αντιστασιακό σώμα!
Ο Παντελίδης και ο Συμεωνίδης έδειξαν προς στιγμήν διστακτικοί αλλά όσο περνούσε η ώρα, πείστηκαν πως εκείνος ο Γερμανός διέφερε από τους άλλους. Έτσι άκουσαν τι τους πρότεινε, και σχεδίασαν από κοινού την επιχείρηση «Μεταλλείο».



Αφαίρεσαν τις στολές των δύο άλλων Γερμανών και τις φόρεσαν παριστάνοντας τους Γερμανούς στρατιώτες που γυρνούν στο στρατόπεδό τους με το κρασί που προορίζονταν για το βράδυ των Χριστουγέννων. Ο Άλφρεντ τους είχε σχεδιάσει στο χαρτί τις θέσεις των Γερμανών, την ναρκοθετημένη περιοχή, και τους είπε το σύνθημα και το παρασύνθημα που έπρεπε να πουν στον φρουρό για να περάσουν την είσοδο, να τον εξοντώσουν και τότε να έρθει και η υπόλοιπη ομάδα αιφνιδιάζοντας τους Γερμανούς για να τους αιχμαλωτίσει.

Έτσι και έγινε. Οι δύο γενναίοι φίλοι μαζί με τον Γερμανό αντιφρονούντα Άλφρεντ, εμφανίστηκαν στην πύλη του Μεταλλείου. Είπαν το σύνθημα και το παρασύνθημα στον φρουρό που τους άνοιξε διάπλατα την πύλη, όμως δεν προχώρησε όπως σχεδίασαν η επιχείρηση κατάληψης του Μεταλλείου, έγινε κάτι απρόσμενο.
Αντί η αντιστασιακή ομάδα να εισέλθει με κάθε μυστικότητα ώστε να αιφνιδιάσει την Γερμανική αποστολή, ακούστηκε ένας πυροβολισμός από μακριά που λέγεται ότι προήλθε από το όπλο του «Καπετάνιου» με αποτέλεσμα να αφυπνιστούν οι Γερμανοί και να ορμήσουν εναντίον των τριών σαμποτέρ, του Γιώργου, του Γιάννη και του Άλφρεντ.
Οι ενισχύσεις που περίμεναν οι δυο φίλοι δεν ήρθαν ποτέ. Κατάφεραν να αμυνθούν για λίγο, εξοντώνοντας δέκα ναζί που όρμησαν επάνω τους όταν κατάλαβαν ότι ήταν Έλληνες. Ο Άλφρεντ γνωρίζοντας καλά τα κατατόπια και έχοντας «γερμανικά» χαρακτηριστικά κατόρθωσε να γλιτώσει και να επιστρέψει στο ελληνικό στρατόπεδο. Έφερε βαρέως τον χαμό των «συντρόφων του». Θρηνούσε για την απώλειά τους, όλα είχαν γίνει μπροστά στα μάτια του.

Οι Γερμανοί έθαψαν τους νεκρούς τους στον χώρο του Μεταλλείου. Μετά το τέλος του πολέμου έστειλαν αποστολή και έκαναν εκταφή τα λείψανά τους μεταφέροντάς τα με τιμές στην πατρίδα τους.
Τα δύο δικά μας παλικάρια, αυτά τα Ποντιόπουλα που ήρθαν στις αγκαλιές των μανάδων τους από την Πατρίδα, όντας μωρά, θάφτηκαν παράμερα στον περιβάλλοντα χώρο του Μεταλλείου. Δεν έγινε εκταφή και δεν έγιναν ενέργειες που αποδίδουν τιμές στην πατριωτική τους θυσία.

Λέγεται πως κάποιες γυναίκες από το χωριό Πηγή πήγαιναν και άναβαν καντηλάκι στον τάφο τους. Τώρα ο τάφος τους έχει χαθεί.
Τα ονόματά τους, από παραδρομή, δεν συγκαταλέγονται ανάμεσα στα ονόματα των ηρώων πεσόντων της Αντίστασης στο μνημείο που υπάρχει στην είσοδο του χωριού.
Αντί για αυτά υπάρχει η επιγραφή «δύο άγνωστοι αντάρτες».

Στους δύο αντάρτες λοιπόν, ποντιακής καταγωγής, στρατιώτες οι οποίοι υπηρέτησαν στο Αλβανικό Μέτωπο και ανέβηκαν στο βουνό για την Ελευθερία και τα δημοκρατικά τους ιδεώδη και δολοφονήθηκαν από τους Γερμανούς ανήμερα Χριστούγεννα του 1943, αφιερώνεται αυτό το άρθρο εν είδει μνημοσύνου, για να μην ξεχαστούν ποτέ τα ονόματά τους: Γεώργιος Συμεωνίδης από το Καρς και Ιωάννης Παντελίδης από τον Πόντο.
Αθάνατοι όπως όλοι οι ήρωες που πολέμησαν για την Ελλάδα!

















