Η ζωή του Λευτέρη Πανταζή δεν χωρά εύκολα σε λίγες σελίδες. Είναι από εκείνες τις διαδρομές που ξεκινούν σχεδόν σιωπηλά, μέσα στη δυσκολία και την ανάγκη, και καταλήγουν να γίνουν φωνή μιας ολόκληρης εποχής.
Μια ζωή που κουβαλά προσφυγιά, φτώχεια, φιλοδοξία, πείσμα, λάμψη, και πάνω απ’ όλα μια ακατάπαυστη ανάγκη για δημιουργία.
Ο Λευτέρης Παγκοζίδης όπως είναι το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στις 27 Μαρτίου 1955 στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν, παιδί μιας εξαμελούς οικογένειας Ελλήνων του Πόντου, που μεγάλωσε σε έναν κόσμο όπου η πατρίδα δεν ήταν τόπος αλλά μνήμη. Οι γονείς του κουβαλούσαν μέσα τους την ιστορία του ξεριζωμού – μια ιστορία που δεν λεγόταν πάντα με λόγια, αλλά φαινόταν στις κινήσεις, στις σιωπές, στην επιμονή να κρατηθεί η ταυτότητα ζωντανή.

Ο Πόντος, παρότι μακρινός, δεν έφυγε ποτέ από μέσα του. Ήταν εκεί, σαν ρίζα. Σαν μια αόρατη δύναμη που του έμαθε να αντέχει, να σηκώνεται, να προχωρά. Ίσως γι’ αυτό αργότερα ο ίδιος έλεγε: «Έχω μέσα μου δύο ανθρώπους, τον Λευτέρη και τον Πανταζή».
Ο ένας ήταν το παιδί της προσφυγιάς. Ο άλλος, ο καλλιτέχνης που έπρεπε να λάμπει.
Όταν η οικογένεια πήρε τον δρόμο της επιστροφής προς την Ελλάδα, το ταξίδι έμοιαζε με όνειρο. Μέσα στο καράβι «Latvia», ο μικρός Λευτέρης φανταζόταν την πατρίδα σαν έναν παράδεισο. «Πάμε στην πατρίδα», έλεγε μέσα του, «καταπράσινη, γεμάτη ζωή».
Αλλά η πραγματικότητα τον περίμενε αλλιώς. Το λιμάνι του Πειραιά δεν είχε ούτε πορτοκαλιές ούτε όνειρα. Είχε παιδιά σκυμμένα, λούστρους, φτώχεια.
— Μπαμπά, τι είναι αυτοί;
— Παιδί μου, έτσι βγάζουν το ψωμί τους.

Έξι μήνες μετά, ήταν κι εκείνος ένας από αυτούς. Η ζωή δεν του άφησε περιθώρια για πιο ομαλή προσαρμογή. Το πρωί σχολείο για να μάθει ελληνικά. Το βράδυ στους δρόμους. Με ένα κασελάκι στον ώμο, γύριζε τον Πειραιά, τη Νίκαια, την Αγιά Σοφιά, ακόμη και την Αθήνα με τα πόδια. Και όμως, ακόμη και εκεί, μέσα στη σκόνη και τη βιοπάλη, υπήρχε κάτι που τον ξεχώριζε. Η φωνή του. «Είχα γίνει φίρμα γιατί τραγουδούσα ενώ έβαφα παπούτσια» έχει παραδεχτεί σε συνέντευξή του στη Lifo.
Και επειδή ένα motto της ζωής του υπήρξε πάντα το «δεν ξεχνώ ποτέ από πού ξεκίνησα», σε περίοπτη θέση στο σπίτι του στα νότια προάστια όπου ζει τα τελευταία 35 χρόνια, έχει σε βιτρίνα το κασελάκι του ως λουστράκος, όταν σεργιανούσε στους δρόμους για να βγάζει χρήματα ώστε να βοηθάει την πολυμελή οικογένειά του.
Ο λουστράκος που έγινε μεγάλος τραγουδιστής
Τραγουδούσε για να αντέξει. Για να ελπίσει. Για να υπάρξει. Ένα παιδικό τραγούδι που έγραψε ο ίδιος έμοιαζε με εξομολόγηση: «Λουστράκος στην Αθήνα σαν γυρνώ… να ρίξει και για μένα μια βροχή να βγάλω το ψωμί». Δεν ήταν απλώς στίχοι. Ήταν η ζωή του μαζεμένη σε λίγες λέξεις.
Η πρώτη στιγμή που ένιωσε ότι αυτό που έχει μέσα του μπορεί να ακουστεί, ήρθε σε μια σχολική γιορτή. Τραγούδησε και οι μητέρες έκλαιγαν. Ανάμεσά τους ένας μπουζουξής που είδε κάτι πέρα από ένα παιδί. Έτσι άνοιξε η πρώτη πόρτα.
Στη «Λουζιτάνια» στο Αιγάλεω, μικρός ακόμη, τραγουδούσε για εβδομήντα δραχμές. Λιγότερη κούραση από το δρόμο, αλλά μεγαλύτερη αβεβαιότητα.
Η μητέρα του δεν το ήθελε. «Σου είπα να γίνεις γιατρός ή δικηγόρος… σε αυτή τη δουλειά δεν είναι τίποτα σίγουρο».
Ο προπονητής του στην ποδοσφαιρική ομάδα της Προοδευτικής τού έδινε τελεσίγραφα: «Ή μπάλα ή τραγούδι». Αλλά εκείνος είχε ήδη αποφασίσει. «Εγώ ήθελα να τραγουδάω». Άφησε το σχολείο. Έπιασε δουλειές. Πολλές. Δύσκολες. Σκληρές. Για να σταθεί η οικογένεια όρθια. Για να επιβιώσει. Και ταυτόχρονα, δεν άφησε ποτέ τη μουσική.
Το 1979, σχεδόν μόνος του, με πείσμα, βγάζει τον «Λουστράκο» και τον μοιράζει σε μαγαζιά.
Δεν περίμενε να τον ανακαλύψουν. «Όταν δεν έχεις δουλειά, τη δημιουργείς» είχε πει ο ίδιος. Τα χρόνια στο Αιγάλεω ήταν σχολείο. Πέρασε από μικρά και μεγάλα μαγαζιά. Συνεργάστηκε με σημαντικά ονόματα. Και τελικά έφτασε στο νυχτερινό κέντρο «Stop».
Εκεί δοκιμάστηκε. Δεν του έδιναν χώρο. Δεν του επέτρεπαν να πει τα τραγούδια του. Μέχρι που ήρθε η στιγμή. Ένας τραγουδιστής αρρώστησε. Πήρε το μικρόφωνο. «Έγινε χαμός στο μαγαζί». Και από εκεί ξεκίνησε η άνοδος.
Το 1980, ο δίσκος Αγαπιόμαστε φέρνει τις πρώτες μεγάλες επιτυχίες: «Παράνομος δεσμός», «Μια εμπειρία ακόμη λοιπόν».
Και λίγο αργότερα, η στιγμή που σημάδεψε τα πάντα: άκουσε τη φωνή του στο ραδιόφωνο. Σταμάτησε το αυτοκίνητο. Έκλαψε.
«Αυτά δεν ξεχνιούνται» έχει παραδεχτεί. Όπως δεν ξέχασε ποτέ και την υπόσχεση που έδωσε στη μάνα του, να κυκλοφορήσει δίσκο με ποντιακά τραγούδια, κάτι που παραδέχτηκε στο παρελθόν και στην κάμερα του pontosnews, τραγουδώντας μάλιστα με εκείνον τον καημό που κουβαλάει μαζί της η μελωδική φωνή του…
Η δεκαετία του ’80 τον μετατρέπει σε… φαινόμενο. Οι επιτυχίες έρχονται η μία μετά την άλλη: «Ο παπαγάλος», «Σε νοσταλγώ», «Από δω η γυναίκα μου», «Νυχτοπερπατάς», «Τα λουλούδια στην κυρία», «Κορμί θανατηφόρο», «Καρδιοπάθειες», «Τη βαρέθηκε η ψυχή μου», «Ταραχή».
Και τότε έρχεται και κάτι ακόμα που μένει στην ιστορία της νύχτας: Η ατάκα του «Όλα τα μωρά στην πίστα».
Το κοινό δεν ήταν πια θεατής, ήταν μέρος του θεάματος. Και ο Πανταζής δεν ήταν μόνο τραγουδιστής. «Εγώ είμαι διασκεδαστής». Μια φράση-κλειδί που του επέτρεψε να σπάσει τα όρια. Να τραγουδήσει τα πάντα. Να κάνει τα πάντα επί πίστας.
Ο επιτυχημένος επιχειρηματίας
Ταυτόχρονα, ο Λευτέρης Πανταζής σκέφτεται επιχειρηματικά. Από μια ιδέα σε αεροδρόμιο στη Γαλλία, γεννιέται το «ΛΕ.ΠΑ.».
«Το ’87 πετάω για Γαλλία, με είχαν καλέσει να τραγουδήσω σε ένα ελληνικό μαγαζί. Τότε, όταν ταξιδεύαμε στο εξωτερικό, είχαμε πάνω μας και μια λίστα με ό,τι μας είχαν ζητήσει οι δικοί μας να τους φέρουμε – πολλοί ήθελαν κολόνιες. Φεύγοντας από εκεί, όπως είμαι στο αεροδρόμιο για να ψωνίσω, βλέπω μια κολόνια με το όνομα «Αλέν Ντελόν». Σκέφτομαι «τι λες, που έβγαλε και κολόνια, θα βγάλω κι εγώ, καλύτερος είναι;» Και το κάνει. Δημιουργεί brand πριν την εποχή των brands. Βγάζει δικό του άρωμα που γίνεται ανάρπαστο. Πρωτοπόρος στην Ελλάδα και σε αυτό.

Η κορύφωση έρχεται με τον «Διογένη». Ένα μαγαζί που μεγάλωσε για να τον χωρέσει.
Παραμονή Χριστουγέννων 1989. «Ταραχή» και όλη η Ελλάδα τραγουδά το μεγάλο σουξέ. Δουλεύει ασταμάτητα. Επτά μέρες την εβδομάδα. Φέρνει διεθνείς σταρ. Δημιουργεί θεάματα. «Έχω πρωτοπορήσει πολλές φορές». Και πράγματι: Από το παιδί με το κασελάκι γίνεται «το φαινόμενο Πανταζής».

«Το ωραιότερο πλάσμα του κόσμου» του
Στη δεκαετία του ’90, η επιτυχία συνεχίζεται και γίνεται ακόμα μεγαλύτερη. Συνεργάζεται με τον Νίκο Καρβέλα σε μια περίοδο δύσκολη και για τους δύο. «Το τραγούδησα μια φορά και βούρκωσα». Έτσι γεννιέται το «Ωραιότερο πλάσμα του κόσμου». Παράλληλα, αλλάζει τη νύχτα ξανά. Τραγουδά σε κλαμπ, σε πασαρέλες, σπάει στερεότυπα. Κάνει τους ανατολίτικους αμανέδες μέρος της διασκέδασης των Ελλήνων που ψάχνουν να βρουν «Ελληνάδικο» για να λικνιστούν, να πιούν, να διασκεδάσουν…
Και τότε έρχεται στη ζωή του και το δικό του «ωραιότερο πλάσμα του κόσμου», η κόρη του Κωνσταντίνα. Μέχρι τότε η προσωπική του ζωή, έχει ήδη απασχολήσει έντονα γιατί έντονες ήταν και οι ιστορίες αγάπης που είχε ζήσει. Με την Άντζελα Δημητρίου, την Καίτη Φίνου… Έρχεται στη ζωή του η ηθοποιός Ζώζα Μεταξά η οποία μένει έγκυος και παρ’ όλο που δεν παντρεύονται ποτέ, συνεργάζονται άψογα για την κόρη τους. Η κόρη του, γίνεται το κέντρο του κόσμου του. Ενός κόσμου που πλέον έχει άλλες προτεραιότητες. Αυτές που συμπεριλαμβάνουν πάντα μέσα τους την Κόνι, όπως είναι το υποκοριστικό της επίσης καλλιτέχνιδας κόρης του Λευτέρη Πανταζή η οποία και καλή φωνή έχει και υποκριτική δεινότητα.

Κοινώς στις φλέβες της κυλά καλλιτεχνικό αίμα και από τους δύο γονείς της. Η Κόνι είναι το ωραιότερο πλάσμα του κόσμου του ΛΕ.ΠΑ. ο οποίος έχει αφοσιωθεί στον ρόλο του πατέρα και βέβαια, το απολαμβάνει. Μάλιστα, πριν από λίγο καιρό μπήκε στο στούντιο και ηχογράφησε ένα τραγούδι με τίτλο «Κόρη μου». Κα μαντέψτε σε ποια το αφιερώνει…
Και για να επιστρέψουμε στην πορεία του Λευτέρη Πανταζή μέχρι σήμερα, στα 2000s ο τραγουδιστής συνεχίζει ακάθεκτος να φλερτάρει με τις επιτυχίες και την κορυφή των πωλήσεων δίσκων. «Πρέπει να αλλάζεις χωρίς να χάνεις αυτό που είσαι» έχει πει δημόσια, αποκαλύπτοντας ουσιαστικά την κοσμοθεωρία του που τον έχει φέρει στο σήμερα. Συνεργασίες, επιτυχίες, πειραματισμοί. Ασχολείται με τον αθλητισμό. Γίνεται πρόεδρος στον Πανιώνιο. «Σηκώθηκε η τρίχα μου» είπε όταν άκουσε τραγούδι του στο Camp Nou. Πέρασε όμως και δύσκολα. Πίεση. Αδικίες. Έπαθε εγκεφαλικό. Έχασε για λίγο τη φωνή του. Ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά της ζωής του. Δεν το έβαλε όμως, κάτω. Επέστρεψε. «Μίλησα την έβδομη μέρα… τραγούδησα σε έναν μήνα» είχε πει μετά από αυτό το δύσκολο διάστημα της ζωής του. Για εκείνον, ήταν, άλλωστε, ξεκάθαρο το κίνητρο: «Η αγάπη του κόσμου».

Σήμερα συνεχίζει. Δημιουργεί. Βοηθά νέους καλλιτέχνες. Ζει με τον ίδιο ρυθμό. «Είμαι ερωτευμένος με αυτή τη δουλειά».
Κάθε πρωί λέει ξεκινώντας τη μέρα του: «Πάμε να κερδίσουμε» σαν να ήταν πρωταθλητής στον στίβο ή σε κάποιο γήπεδο.
Κάπου βαθιά, όμως, παραμένει το παιδί από τον Πόντο. Το παιδί που έμαθε να επιβιώνει, να ονειρεύεται, να παλεύει. Γιατί τελικά, η ιστορία του Λευτέρη Πανταζή δεν είναι απλώς ακόμη ένα success story. Είναι η ιστορία ενός ανθρώπου που δεν ξέχασε ποτέ από πού ξεκίνησε. Και που, ακόμη και σήμερα, συνεχίζει να φωνάζει: «Όλα τα μωρά στην πίστα» για να ξεσηκώνει και να διασκεδάζει τον κόσμο…
Κάλλια Λαμπροπούλου
















