Η Πολύμνια Παναγιωτίδου υπήρξε μια πρωτοπόρος μορφή για την ελληνική κοινωνία: ήταν η πρώτη Ελληνίδα φαρμακοποιός αλλά και η πρώτη γυναίκα ιδιοκτήτρια φαρμακείου στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά, το όνομά της δεν πέρασε όσο θα έπρεπε στη συλλογική μνήμη.
Ο πρόωρος θάνατός της δεν της επέτρεψε να αφήσει μεγαλύτερο αποτύπωμα, αν και η ζωή και η στάση της θα άξιζαν να μνημονεύονται μέχρι σήμερα ως παράδειγμα αγώνα και αξιοπρέπειας.
Η Πολύμνια Παναγιωτίδου γεννήθηκε στην Τοκάτη του Πόντου. Η οικογένειά της εγκαταστάθηκε αργότερα στην Αθήνα, όπου η ίδια φοίτησε στο Αρσάκειο. Το πτυχίο δασκάλας που απέκτησε της έδινε τη δυνατότητα επαγγελματικής ανεξαρτησίας, ωστόσο δεν την ικανοποιούσε.
Η μεγάλη της αγάπη ήταν η επιστήμη και επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο. Έτσι, παρακολούθησε κατ’ οίκον τα μαθήματα του γυμνασίου, έλαβε μέρος στις εξετάσεις και, αφού απέκτησε το απολυτήριο τον Σεπτέμβριο του 1895, εγγράφηκε στη Φαρμακευτική Σχολή του Εθνικού Πανεπιστημίου (το σημερινό ΕΚΠΑ).
Ήταν η πρώτη γυναίκα που φοιτούσε στη συγκεκριμένη σχολή και συγχρόνως μία από τις πρώτες γυναίκες φοιτήτριες σε ελληνικό πανεπιστήμιο, μετά την Ιωάννα Στεφανόπολι και τη Θηρεσία Ροκά που φοιτούσαν στη Φιλοσοφική, τη Φλωρεντία Φουντουκλή στη Φιλοσοφική-Μαθηματικό, τις αδερφές Παναγιωτάτου και την Ανθή Βασιλειάδου στην Ιατρική.

Η εγγραφή της δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Τύπο της εποχής. Η εφημερίδα Εστία σημείωνε στις 27 Σεπτεμβρίου 1895:
«Εις τας φοιτητρίας τής Ιατρικής και τής Φιλοσοφίας προστίθεται εφέτος και φοιτήτρια τής Φαρμακευτικής. Έλαβε το απολυτήριον τού γυμνασίου και θα καταταχθή εις το Πανεπιστήμιον η δεσποινίς Πολυμνία Παναγιωτίδου. Και ούτω μετά τινα έτη θα έχωμεν και επιστήμονα φαρμακοπώλιδα. Είναι και τούτο πρόοδος.»
Το 1898 ολοκλήρωσε τις σπουδές της με βαθμό «λίαν καλώς» και έναν χρόνο αργότερα έγινε η πρώτη Ελληνίδα που απέκτησε άδεια φαρμακοποιού.
Αρχικά επιχείρησε να εργαστεί στο φαρμακείο του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», όμως η παραμονή της εκεί διήρκεσε μόλις δύο ημέρες. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο μισθός της θα ήταν τα δύο τρίτα του μισθού που λάμβανε ο άνδρας προκάτοχός της, παραιτήθηκε αμέσως. Η πράξη της αυτή αποτέλεσε μια έμπρακτη διαμαρτυρία απέναντι στη μισθολογική ανισότητα ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες.
Το επόμενο βήμα της ήταν εξίσου τολμηρό. Αποφάσισε να ανοίξει το δικό της φαρμακείο. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 1899, λίγες μόλις ημέρες πριν από τα Χριστούγεννα, ξεκίνησε να λειτουργεί το πρώτο φαρμακείο στην Ελλάδα που ανήκε σε γυναίκα. Βρισκόταν στο κέντρο της Αθήνας, στη συνοικία της Νεάπολης, στη διασταύρωση των οδών Ζωοδόχου Πηγής και Ναβαρίνου.
Μάλιστα η εβδομαδιαία επιθεώρηση Νεολόγος που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη από τον Σταύρο Βουτυρά επιφύλαξε θερμή υποδοχή στο πρωτοποριακό αυτό εγχείρημα, κάνοντας λόγο για έναν κλάδο όπου μπορούν να διαπρέψουν οι γυναίκες, λόγω των χαρισμάτων και των προσόντων τους:

Η μοίρα όμως στάθηκε σκληρή απέναντί της. Λιγότερο από έναν μήνα μετά την έναρξη λειτουργίας του φαρμακείου της, η Πολύμνια Παναγιωτίδου προσβλήθηκε από τύφο. Ύστερα από ασθένεια λίγων ημερών πέθανε στις 21 Ιανουαρίου 1900.
Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε την επόμενη ημέρα, στις 22 Ιανουαρίου, και έμελλε να μείνει στην ιστορία για έναν ακόμη λόγο: ήταν η πρώτη φορά στην Αθήνα που επικήδειος λόγος εκφωνήθηκε από γυναίκα.
Τον εκφώνησε η γιατρός Ανθή Βασιλειάδου. Όπως σχολίαζε η εβδομαδιαία σατιρική εφημερίδα Το Άστυ, των Μπάμπη και Θέμου Άννινου, «η πρωτοτυπία ευθύς εν αρχή εξέπληξε, κατώρθωσεν όμως να συγκεντρώση η εκφωνήσασα τον λόγον δεσποινίς την προσοχήν και να δειχθή δεξιωτέρα πολλών επικηδείων ρητόρων».
Λίγο αργότερα, η Εφημερίδα των Κυριών δημοσίευσε ένα συγκινητικό αφιέρωμα στην πρώτη Ελληνίδα φαρμακοποιό, υπογραμμίζοντας την αγάπη της για την επιστήμη και την αποφασιστικότητά της να μη συμβιβαστεί με τις ανισότητες της εποχής:
«[..] Απλή, ευγενής, αβρά, έφερεν υψηλά την σημαίαν τής επιστήμονος γυναικός. Δεν θα λησμονηθή δε βεβαίως το θάρρος της και κατά την διάρκειαν των σπουδών της και κατά τας διπλωματικάς εξετάσεις της, ως αποτελούν ωραίαν σελίδα τής ζωής της, και αι δύο ημέραι, καθ’ ας έμεινεν εις τον Ευαγγελισμόν ως εσωτερική φαρμακοποιός αυτού. Όταν κληθείσα παρά τού Συμβουλίου έμαθεν ότι θα επληρώνετο δρχ. εκατόν, αντί των εκατόν πενήντα ας ελάμβανεν ο προκάτοχός της ανήρ, διότι ήτο ανήρ, η Πολύμνια απέθεσε την φαρμακευτικήν εμπροσθέλλαν της επί τής τραπέζης τού συμβουλίου και ανεχώρησε. “Προκειμένου περί επιστήμης”, είπε, “άνδρες και γυναίκες είναι ίσοι”.
»Μόνον αυτό αρκεί, ίνα πιστοποιήση, ότι ήτο εκ των σθεναροτέρων σκαπανέων των νέων ιδεών, ότι ήξευρε να φέρη υψηλά και με χείρα στιβαράν την σημαίαν τής αξιοπρεπείας τού φύλου της και ότι, εάν έζη, πολλά ηδύνατο να επιτελέση υπέρ αυτού».
















