Πάνω από τα πεύκα της Πριγκήπου, με θέα τη Θάλασσα του Μαρμαρά, υψώνεται εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα ένα τεράστιο ξύλινο κτήριο που παλεύει με το χρόνο. Το Ελληνικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου –το μεγαλύτερο ξύλινο κτήριο της Ευρώπης– στέκει εγκαταλελειμμένο, ένας «πληγωμένος γίγαντας» της Ρωμιοσύνης που κουβαλά μέσα του τις μνήμες χιλιάδων παιδιών.
Τώρα όμως φαίνεται να ανοίγει μια νέα προοπτική: Σύμφωνα με πληροφορίες από κύκλους του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξετάζεται σχέδιο αξιοποίησης του ιστορικού κτηρίου, με στόχο να εξασφαλιστούν οι πόροι που απαιτούνται για τη διάσωσή του.
Όπως αναφέρει το protothema.gr, η συζήτηση αφορά την πιθανότητα μακροχρόνιας μίσθωσης και τουριστικής αξιοποίησης του συγκροτήματος, μια λύση που –αν τελικά προχωρήσει– θα μπορούσε να δώσει νέα ζωή στο επιβλητικό κτήριο των περίπου 20.000 τετραγωνικών μέτρων με τα 206 δωμάτια, το οποίο για δεκαετίες φιλοξένησε ορφανά παιδιά της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης.
Το μεγαλύτερο ξύλινο κτήριο της Ευρώπης
Το Ελληνικό Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά ξύλινα οικοδομήματα που κατασκευάστηκαν ποτέ στην Ευρώπη. Το συγκρότημα είναι πενταώροφο, με εκατοντάδες δωμάτια, μεγάλες αίθουσες και εκτεταμένους κοινόχρηστους χώρους.
Το τεράστιο αυτό κτήριο βρίσκεται στην κορυφή του λόφου Isa Tepesi, γνωστού και ως «Βουνό του Ιησού», και προσφέρει πανοραμική θέα προς τη Θάλασσα του Μαρμαρά και τις απέναντι μικρασιατικές ακτές.
Η αρχιτεκτονική του μεγαλοπρέπεια παραμένει εντυπωσιακή ακόμη και σήμερα, παρά την πολυετή εγκατάλειψη και τις σημαντικές φθορές που έχει υποστεί.
Από πολυτελές ξενοδοχείο σε ορφανοτροφείο
Η ιστορία του κτηρίου ξεκινά το 1898, όταν σχεδιάστηκε από τον Γαλλοοθωμανό αρχιτέκτονα Αλεξάντερ Βαλόρι. Η κατασκευή του έγινε για λογαριασμό της Compagnie Internationale des Wagons-Lits, της ευρωπαϊκής εταιρείας που διαχειριζόταν το περίφημο Orient Express.
Το συγκρότημα προοριζόταν να λειτουργήσει ως πολυτελές ξενοδοχείο και καζίνο με την ονομασία «Prinkipo Palace». Στόχος ήταν να φιλοξενεί την ευρωπαϊκή ελίτ που ταξίδευε στην Κωνσταντινούπολη με το διάσημο τρένο.
Ωστόσο, το σχέδιο δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ Β’ αρνήθηκε να δώσει άδεια λειτουργίας στο καζίνο, θεωρώντας ότι η δραστηριότητα αυτή ήταν αντίθετη με τα οθωμανικά ήθη. Έτσι το εντυπωσιακό κτήριο παρέμεινε κλειστό.
Το 1902 το συγκρότημα βγήκε στο σφυρί και αγοράστηκε από την Ελένη Ζαρίφη, σύζυγο του τραπεζίτη Γεωργίου Ζαρίφη, μέλους μιας από τις σημαντικότερες ελληνικές οικογένειες της Κωνσταντινούπολης.
Η Ελένη Ζαρίφη αποφάσισε να δωρίσει το κτήριο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ώστε να γίνει ορφανοτροφείο για τα παιδιά της ελληνικής κοινότητας, αγόρια και κορίτσια.
Το 1903 έγιναν τα εγκαίνια του νέου ιδρύματος παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’. Έτσι, το επιβλητικό κτήριο που είχε σχεδιαστεί για να φιλοξενεί την ευρωπαϊκή αριστοκρατία μετατράπηκε σε χώρο προστασίας και φροντίδας για τα παιδιά της ομογένειας.
Ένα ίδρυμα που μεγάλωσε χιλιάδες παιδιά
Για περισσότερες από έξι δεκαετίες το Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου αποτέλεσε έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης.
Στους χώρους του μεγάλωσαν και εκπαιδεύτηκαν περίπου 5.744 ορφανά ελληνόπουλα.
Τα παιδιά φοιτούσαν στο δημοτικό σχολείο του ιδρύματος, ενώ παράλληλα διδάσκονταν διάφορες τέχνες, όπως ραπτική, υποδηματοποιία, επιπλοποιία και σιδηρουργική. Στόχος ήταν να αποκτήσουν επαγγελματικές δεξιότητες ώστε να μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους αργότερα, ως ενήλικες.

Το κλείσιμο του 1964
Το 1964 –περίοδος έντασης με επίκεντρο το Κυπριακό και τις διώξεις κατά του ελληνικού στοιχείου της Πόλης– η Γενική Διεύθυνση Ιδρυμάτων της Τουρκίας αποφάσισε να σφραγίσει το Ορφανοτροφείο.
Οι Αρχές επικαλέστηκαν λόγους ασφάλειας, υποστηρίζοντας ότι το ξύλινο κτήριο διέτρεχε κίνδυνο πυρκαγιάς. Τα περίπου 150 παιδιά που φιλοξενούνταν τότε στο ίδρυμα αναγκάστηκαν να μεταφερθούν αλλού.
Το ακίνητο κατασχέθηκε, και το 1997 πέρασε στην κυριότητα του τουρκικού κράτους – και τελικά, το τεράστιο συγκρότημα εγκαταλείφθηκε.
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι λίγο πριν από το κλείσιμό του το ορφανοτροφείο είχε περάσει σε φάση μαρασμού. Σε έκθεσή του ο παιδαγωγός Ηλίας Βιγγόπουλος τόνιζε την «ανάγκη αναδιάρθρωσης, στελέχωσης, εκσυγχρονισμού αλλά κυρίως εκπαίδευσης του εργαζόμενου προσωπικού», κάνοντας λόγο για χρονίζοντα προβλήματα στο κτήριο.
Η εγκατάλειψη και οι καταστροφές
Τα επόμενα χρόνια το κτήριο άρχισε να φθείρεται. Το 1980 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά που προκάλεσε σοβαρές ζημιές, ενώ το 1999 ο ισχυρός σεισμός που έπληξε την περιοχή της Κωνσταντινούπολης επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Η στέγη άρχισε να παρουσιάζει διαρροές και πολλές από τις ξύλινες κατασκευές υπέστησαν παραμορφώσεις.
Σταδιακά το κτήριο μετατράπηκε σε έναν σιωπηλό μάρτυρα μιας ολόκληρης εποχής που είχε πλέον περάσει.

Η δικαστική μάχη του Πατριαρχείου
Η εγκατάλειψη συνοδεύτηκε και από μια μακρόχρονη δικαστική διαμάχη. Το τουρκικό κράτος για να κατασχέσει το ακίνητο υποστήριξε ότι είχε πάψει να λειτουργεί ως ορφανοτροφείο και επομένως μπορούσε να χαρακτηριστεί κατασχεμένο περιουσιακό στοιχείο.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν το άφησε έτσι, και προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Το δικαστήριο τελικά δικαίωσε το Φανάρι και αποφάσισε την επιστροφή του ακινήτου.
Το 2012 συμπεριλήφθηκε στο Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Μνημείων της UNESCO (έχει χαρακτηριστεί μάλιστα «Απαραίτητο να διασωθεί»), και οι τουρκικές Αρχές το επέστρεψαν στην κατοχή του Πατριαρχείου.
Ωστόσο, οι φθορές που έχουν προκληθεί από το χρόνο, την εγκατάλειψη και τις φυσικές καταστροφές είναι εκτεταμένες· η πλήρης αποκατάσταση ενός τόσο μεγάλου ξύλινου συγκροτήματος απαιτεί τεράστια οικονομικά μέσα.
Εκτιμήσεις ειδικών αναφέρουν ότι το κόστος μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει τα 60 εκατομμύρια ευρώ.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξετάζεται σήμερα η προοπτική αξιοποίησης του ιστορικού συγκροτήματος. Σύμφωνα με πληροφορίες, το Οικουμενικό Πατριαρχείο εξετάζει τη δυνατότητα συνεργασίας με επενδυτές και τη μακροχρόνια μίσθωση.
Η πιθανή χρήση του ως ξενοδοχείο ή χώρος φιλοξενίας θεωρείται από πολλούς η μόνη ρεαλιστική λύση για να εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κεφάλαια για την αποκατάστασή του.
Μια νέα ευκαιρία για τον «ξύλινο γίγαντα»
Σήμερα το Ορφανοτροφείο της Πριγκήπου παραμένει κλειστό και μη επισκέψιμο, ένας τεράστιος ξύλινος όγκος που στέκει σιωπηλός πάνω από τη Θάλασσα του Μαρμαρά.
Ωστόσο, η συζήτηση για την αξιοποίησή του δημιουργεί για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες μια πραγματική ελπίδα ότι ο «ξύλινος γίγαντας» της Πριγκήπου μπορεί να σωθεί. Και μαζί του να διασωθεί ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της Ρωμιοσύνης στην Κωνσταντινούπολη.
















