Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Α’
Τελικά πόσοι είναι οι ποντιακοί χοροί;
Εδώ έθεσες την ερώτηση του ενός εκατομμυρίου! Όλοι έχουν άποψη και οι απόψεις απέχουν μεταξύ τους όσο η Ανατολή από τη Δύση! Ο καθένας λέει «τεμόν το ταν κι άλλον άσπρον έν». Τι όμως ισχύει;
Θα ήταν λάθος αν πω έναν αριθμό. Δεν έχουμε πολλούς χορούς, όμως έχουμε πολλά τοπικά χορευτικά ιδιώματα. Αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει πως είναι αυτόνομοι χοροί. Καθημερινά στα χοροδιδασκαλεία των συλλόγων που διδάσκω δέχομαι δεκάδες ερωτήσεις. Οι χορευτές σήμερα θέλουν να μάθουν γιατί αυτός ο χορός χορεύεται με τα χέρια πάνω, ενώ άλλος με τα ίδια βήματα έχει τα χέρια κάτω ή κουνιούνται κατά τη διάρκεια της εκτέλεσής του.
Ούτε η κίνηση των χεριών, ούτε η ταχύτητα δεν προσδιορίζει άλλον χορό. Η ικανότητα των χορευτών και των μουσικών καθορίζει την ταχύτητα του χορού.
Αν έχεις λυράρη που «πετάει» και οι χορευτές «πατάνε σταφύλια»[1], όσο και να προσπαθεί να ανεβάσει ο μουσικός ταχύτητα, οι χορευτές δεν πρόκειται να ανταποκριθούν. Αυτό βέβαια συμβαίνει και αντίστροφα.

Έχω παρατηρήσει πως μερικοί χοροί που χορεύουμε στις παραστάσεις δεν συνάδουν με την κινησιολογία των ποντιακών χορών. Αυτό βέβαια μέσα σε ένα λογικό πλαίσιο, λόγω συγκρητισμού, δικαιολογείται μερικώς. Όμως υπάρχουν κάποιοι που εμφανώς διαφοροποιούνται από την ποντιακή παράδοση. Οι κινήσεις παραπέμπουν αλλού. Στη μουσική τους δεν «κάθεται» ελληνικός στίχος!
Η ανταλλαγή στον πολιτισμό είναι απολύτως θεμιτή. Πήραμε και δώσαμε. Έχουμε τον πανελλήνιο χορό, τον συρτό. Εμείς χορεύουμε ομάλ’. Οι χοροί μας έχουν μικρά επιτόπια βηματάκια, δεν έχουν τον μεγάλο δρασκελισμό που έχουν άλλες παραδόσεις. Έτσι τον συρτό τον δικό μας, το ομάλ’ δηλαδή, το χορεύουμε σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της δικής μας κουλτούρας. Βέβαια καταλαβαίνω ότι εσύ μιλάς και για ξένες παραδόσεις.
Ακριβώς. Ακόμα έχω παρατηρήσει πως ο τρόπος εκτέλεσης ενός χορού έχει να κάνει με την ιδιοσυγκρασία της τοπικής κοινότητας που τον χορεύει. Οι δικοί μας οι Καρσλήδες, ας μου επιτραπεί η αυτοαναφορά, φημίζονται για το αψύ του χαρακτήρα τους, φημίζονται και για τη ζωηρότητα του χορού τους. Εάν δω κάποιον να χορεύει τίκ’ τρομαχτόν καταλαβαίνω εάν είναι Καρσλής ή όχι και συνήθως πέφτω μέσα.
Βεβαίως και παίζει ρόλο στον τρόπο που χορεύουν ο τόπος και η ιδιοσυγκρασία των ανθρώπων, που διαμορφώνεται από τις συνθήκες ζωής τους. Στην Πάφρα ας πούμε συναντάμε τους χορούς που χορεύουμε σε όλον τον Πόντο. Αποδίδονται όμως με έναν τρόπο, ας μου επιτραπεί η έκφραση, άγαρμπο. Αν δεις εμπροπίσ’ από Πάφραλήδες θα δεις πως διαφέρει από το εμπροπίσ’ που χορευόταν στην Τραπεζούντα, Κερασούντα κτλ. Γι’ αυτό και το ονομάζουν αρχουλαμά, ενώ είναι ο ίδιος χορός, εμπροπίσ’. Από την άλλη πλευρά ακούω μερικούς να λένε «σαρίκους Αργυρούπολης» και «σαρίκους Καρς». Γιατί οι Καρσλήδες τι ήταν; Αργυρουπολίτες δεν ήταν πριν πάνε τα τελευταία σαράντα χρόνια στο Καρς; Καταλαβαίνεις τώρα για ποιον λόγο πρέπει να ξέρεις ιστορία για να μιλήσεις για χορό! Ο χορός δεν είναι μόνο κίνηση, δεν είναι δύο βήματα μπροστά και ένα πίσω, είναι βίωμα. Τι έχεις περάσει; Αυτό θα βγει στον χορό σου!

Για το κότσαρι που μας «κατηγορούν» τους Καρσλήδες πως το πήραμε δάνειο από τους Αρμένιους, γιατί αφού είναι «ξένος χορός» δημιουργήθηκαν οι παραλλαγές τρία τη κότσαρι και λαφράγκα που πρώτη φορά τους είδα στο χοροδιδασκαλείο πριν από 15-20 χρόνια, ενώ το κότσαρι το γνωρίζω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου;
Εν τω μεταξύ το κότσαρι των Αρμενίων το οποίο έχει καταλογογραφηθεί στον κατάλογο της UNESCO ως στοιχείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς, δεν έχει καμιά σχέση ούτε κινησιολογικά ούτε μουσικά με το κότσαρι το δικό μας. Αυτό δεν στέκει. Είναι ακριβώς αυτό που λέγαμε. Υπάρχει ο χορός, υπάρχουν και τα τοπικά ιδιώματα. Εάν θέλουμε να κάνουμε μια σωστή καταγραφή των χορών μας τα τοπικά ιδιώματα δεν θα πρέπει να λογίζονται ως πρωτογενείς χοροί. Τώρα θα με ρωτήσεις, γιατί γίνεται αυτό; Αλλιώς είναι να πεις «τίκ’ Δυτικού Πόντου» (δηλαδή τίκ’ με το χορευτικό ιδίωμα του Δυτικού Πόντου) και αλλιώς είναι να πεις «χορός τσίπουλ τσίπουλ το νερόν» [προφανώς από το τραγούδι που τον συνοδεύει]. Είναι πιο εντυπωσιακό!

Δηλαδή είναι θέμα μάρκετιγκ; Αυτό πουλάει, έτσι το προβάλλουμε;
Δεν είναι σωστό. Θα πρέπει να υπάρχει σοβαρότητα στις καταγραφές. Σεβόμαστε όσους έχουν κάνει έρευνα στον χώρο αλλά δεν σημαίνει ότι είναι αλάνθαστοι. Τα δευτεροβάθμια όργανα, οι ομοσπονδίες θα πρέπει να αναλάβουν πρωτοβουλίες για να γίνει συστηματική δουλειά.
Υλικό έχουμε, ανθρώπους έχουμε, σύμπνοια δεν έχουμε. Αυτό που γίνεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτή η ανθρωποφαγία δεν μου αρέσει καθόλου.
Αν θέλω κάτι να πω, αν έχω ενστάσεις για τον τρόπο που βλέπω ότι χορεύεται ένας χορός θα επικοινωνήσω προσωπικά με τον χοροδιδάσκαλο και θα εκφράσω τεκμηριωμένα και καλοπροαίρετα την άποψή μου.

Ποια είναι εκείνα τα στοιχεία που κάνουν έναν χορευτή «καλό χορευτή»;
Θέλει να έχει ισορροπία ο χορευτής, να έχει χάρη. Να μην κάνει άγαρμπες κινήσεις. Το πρόσωπο πρέπει να είναι ήρεμο, ευχάριστο, να χαμογελάει φυσικά και όχι επιτηδευμένα όπως κάνουν πολλές χορεύτριες. Ξέρεις όταν σου αρέσει αυτό που κάνεις, όταν σου αρέσει να χορεύεις, αυτό φαίνεται στην έκφρασή σου. Αν ο χορός δεν βγαίνει με φυσικότητα, αν καταπιέζει κάποιος το σώμα του για να κινηθεί, αν δεν έχει αύρα χορευτική, αυτό φαίνεται από τα πρώτα βήματα του χορού. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει πως ένας καλός χορευτής μπορεί να χορέψει εξίσου καλά όλους τους χορούς! Υπάρχουν κινήσεις στον χορό που δεν ταιριάζουν στη χορευτική ιδιοσυγκρασία καθενός. Γι’ αυτό οι παλαιοί εμούν έλεγαν «όλ’ χορεύνε αλλά ατός ο χορόν ιγεύ΄ σον Κώστην ή σον Γιάννε ή σην Μαρία» [όλοι χορεύουν αλλά αυτός ο χορός ταιριάζει στον Κώστα ή τον Γιάννη ή την Μαρία].
Από γενιά σε γενιά υπάρχει ένας προβληματισμός ως προς το εάν οι νεότεροι χορεύουν σωστά τους χορούς.
Εγώ τις σέβομαι όλες τις γενιές, η κάθε μια έχτισε, άλλη περισσότερο και άλλη λιγότερο. Αυτή που σέβομαι απεριόριστα είναι η πρώτη γενιά.
Οι παππούδες μας και οι γιαγιάδες μας που ήρθαν από τον Πόντο, τράβηξαν τόσα και μόλις πιάνονταν στον χορό τα ξεχνούσαν όλα, μεταφέρονταν νοητά στα χωριά τους στον Πόντο, και ας μην γύρισαν ποτέ ξανά πίσω!

Διάβαζα τις προάλλες ένα άρθρο από το περιοδικό Εστία του ‘50-’60 στο οποίο κάποιος από την πρώτη γενιά κατηγορούσε τους χορευτές της δεύτερης γενιάς λέγοντας πως «νομίζουν πως χορεύουν ποντιακά». Αυτό ήταν αναπόφευκτο γιατί τι είπαμε: ο χορός είναι βίωμα. Αλλιώς ήταν στον Πόντο, αλλιώς τα πρώτα χρόνια στην Ελλάδα, αλλιώς τα μεταγενέστερα χρόνια. Η βάση πρέπει να μένει η ίδια. Ο χορός και η μουσική μας ως μέρη της παράδοση εξελίσσονται. Όταν ξεφεύγουμε από τη βάση όμως υπάρχει πρόβλημα. Η δεύτερη γενιά, οι «πατεράδες μας» που τους κατηγορούσαν οι της πρώτης γενιάς, κατηγορεί εμάς της τρίτης γενιάς. Και εμείς «κατηγορούμε» τη νέα γενιά. Αυτά πάνε με την σειρά.

Πολλοί λένε πως η γενιά που μεσουρανούσε χορευτικά το διάστημα 1960-1980 έκανε το μεγαλύτερο κακό στους χορούς μας.
Αυτό ακούγεται συχνά. Ήταν μια περίοδος δύσκολη. Υπήρχε μια γρήγορη εξέλιξη ορισμένων πραγμάτων και συγκυριών. Ήταν η εποχή που ιδρύονταν σωρηδόν οι ποντιακοί σύλλογοι. Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 μέχρι το ’85 έγινε έκρηξη. Από 4-5 σωματεία που υπήρχαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι τότε, ο αριθμός ανέβηκε ξαφνικά στα 40-50! Όπως καταλαβαίνεις οι ανάγκες πολλαπλασιάστηκαν. Εμφανίστηκαν άνθρωποι που δεν είχαν επαρκείς γνώσεις για τον χορό να διδάσκουν στα χοροδιδασκαλεία. Μερικοί από αυτούς είχαν και «δημιουργική φαντασία», πέρασαν πράγματα που δεν είχαν σχέση με τον ποντιακό χορό και τον ποντιακό πολιτισμό εν γένει.

Παράλληλα υπήρχε και μια διάθεση εντυπωσιασμού. Προτιμούνταν οι γρήγοροι χοροί. Για να φανταστείς το ομάλ’, το διπάτ’, το τίκ’, τα απόφευγαν. Ήθελαν να πάνε να κάνουν μια παράσταση και να εντυπωσιάσουν με την ζωηράδα και τον γρήγορο ρυθμό για αυτό και χόρευαν κότσαρι, σερενίτσα, κοτσαγκέλ, εμπροπίσ’ που το λέγανε και λανθασμένα «λάχανα» λόγω του τραγουδιού που το συνοδεύει. Θυμάμαι πως ανεβαίναμε στο Βέρμιο για να χορέψουμε στην Παναγία Σουμελά. Υπήρχε πληθώρα συμμετοχών, γι’ αυτό κάθε σύλλογος χόρευε μόνο δύο χορούς. Αυτοί που έβγαζαν το πρόγραμμα είχαν δυο καταστάσεις. Στην μια έγραφαν τους γρήγορους χορούς που τους ονόμαζαν δημοφιλείς και στην άλλη τους αργούς που ήταν οι μη δημοφιλείς.
Στους μη δημοφιλείς είχαν κατατάξει χορούς όπως το διπάτ’ ας πούμε. Το διπάτ’ «μη δημοφιλής χορός», ήμαρτα!
Τώρα εάν τους θυμίσεις τι έκαναν δεν το παραδέχονται, τα «ρίχνουν» όλα σε πρόσωπα που έχουν πεθάνει.

Πότε και που είδατε για πρώτη φορά να χορεύεται ο Πυρρίχιος;
Και οι δικοί μας στο χωριό μου με καταγωγή από Σεβάστεια χόρευαν τον Πυρρίχιο. Η Σέρρα είναι παμποντιακός χορός. Έκαναν όμως ένα-δύο τσακώματα, δεν έκαναν παραπάνω. Τώρα εάν με ρωτήσεις να σου τα κάνω δεν τα θυμάμαι γιατί ήμουν μικρό αγόρι, εφτά-οχτώ χρονών. Ενδεχομένως να ήταν τσακώματα που διέφεραν από αυτά που μαθαίνω τώρα στους μαθητές μου. Όμως αυτά χάθηκαν.
Πόσο σημαντικός είναι ο χορός για εμάς τους Ποντίους;
Είναι πρωτεύον στοιχείο ταυτότητας. Η ιστορία μιας κοινότητας εκφράζεται μέσω του χορού. Είμαστε ένας λαός που αν και δεν έχει γνωρίσει ποτέ την «Πατρίδα» την αγαπάμε τόσο πολύ θαρρείς και ζήσαμε εκεί όλα μας τα χρόνια. Είναι παράδοξο. Όταν πήγα για πρώτη φορά στον Πόντο ένιωσα πρωτόγνωρα. Με είχε κατακλύσει μια γαλήνη απερίγραπτη.
Όταν έφυγα από τον Πόντο και το λεωφορείο μας είχε φτάσει πια στην Κωνσταντινούπολη, ήθελα να κατέβω και να γυρίσω πίσω. Σκεφτόμουν «πού πάω τώρα; Γιατί φεύγω»;
Φαντάσου πώς ένιωθαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας που έζησαν εκεί και έφυγαν με τόσο άσχημες συνθήκες. Μοιράστηκα τη σκέψη μου με τον διπλανό μου στο λεωφορείο και μου εκμυστηρεύτηκε πως το ίδιο ακριβώς ένιωθε και αυτός, δεν ήθελε να γυρίσει πίσω, ήθελε να μείνει στον Πόντο. Είναι δυνατόν να είμαστε τρίτη γενιά, να έχουμε γεννηθεί όπως και οι γονείς μας μακριά από τον Πόντο και να είμαστε τόσο συνδεδεμένοι με εκείνη τη γη; Αυτό είναι στο αίμα μας, αυτό ξυπνάει με τον χορό και τη μουσική μας. Σε αυτό βέβαια έχει παίξει καθοριστικό ρόλο και ο βίαιος τρόπος ξεριζωμού.

Μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον του ποντιακού χορού;
Θα έλεγα για τα νέα τα παιδιά πως ενώ έχουν καλύτερη χορευτική εκτέλεση, τους λείπει το βίωμα. Βλέπεις ένα χορευτικό να χορεύει Σέρρα ας πούμε. Ενώ έχουν τόσο ωραία κίνηση, ενώ είναι αθλητικοί, ενώ είναι καλοί χορευτές, ενώ έχουν ψυχή… λες κάτι λείπει. Λείπει το βίωμα, λείπει η νοσταλγία για την Πατρίδα που είχαν οι παππούδες μας όταν χόρευαν αυτόν τον χορό στις πλατείες των χωριών και των πόλεων που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα. Σήμερα ένας νέος μπορεί να χορεύει Σέρρα για εντελώς λανθασμένους λόγους, για προβολή, για εφετζιλίκι! Πολλές φορές βλέπω πως χορευτές που δεν είναι έτοιμοι, που μπερδεύουν τα βήματα ακόμα, σηκώνονται να χορέψουν Σέρρα.
Τη Σέρρα την σέβεσαι! Δεν σηκώνεσαι να την χορέψεις εάν δεν έχεις λιώσει τα παπούτσια σου στον χορό!
Δεν πρέπει να χορευτεί από κάποιον που δεν έχει την ικανότητα να την χορέψει. Δεν λέω να μην προσπαθήσει να μάθει να την χορεύει. Θέλει όμως χρόνο, θέλει υπομονή και πολλή δουλειά. Ξέρεις πόσοι παρεξηγούνται όταν τους λέω πως δεν είναι έτοιμοι να χορέψουν ακόμα Σέρρα; Η δικιά μας η γενιά δεν θα παρεξηγούνταν ποτέ εάν άκουγε από τον δάσκαλο να λέει πως δεν θα χορέψει Σέρρα. Οι νέοι όμως σήμερα θα φύγουν από το χορευτικό λόγω του εγωισμού τους. Τι να κάνουμε; Η Σέρρα δεν είναι ένας απλός χορός, είναι «ιερή»!

Ακριβώς επειδή είναι ιερή η Σέρρα θα πρέπει να την παρουσιάζεις και ανάλογα, δηλαδή να μην εμφανίζεις χορευτικό θαρρείς και φορούν φορεσιές από την συλλογή της Benetton, πράσινες, κόκκινες, θαλασσιές ζίπκες. Πολλώ δε μάλλον μην εμφανίζεις χορευτές με φέσια και βράκες, είναι ιεροσυλία.
Τι έχετε να πείτε για τον «χορόν» που χορεύεται στην Τουρκία σήμερα;
Έχουμε συναντηθεί κανα-δυο φορές με συγκροτήματα και με ανθρώπους στην Τουρκία που χορεύουν χορούς της «Μαύρης Θάλασσας» όπως λένε. Και αυτοί από τον Πόντο είναι, δεν μπορείς να πεις τίποτα. Εκεί χορεύουν τους χορούς του Καραντενίζ όπως λένε με τρόπο που δεν θυμίζουν ποντιακά.
Για τη Σέρρα δεν υπάρχει περιθώριο σύγκρισης όμως υπάρχουν κάποια στοιχεία, βηματισμοί και κινήσεις, που είναι παρμένα θεωρητικά στα ίδια μέτρα πάνω, αλλά είναι εντελώς διαφορετικά.
Η κινησιολογία είναι «φτιαχτή» είναι «προϊόν εργαστηρίου». Ως άνθρωπος που «έχει φάει το χορό με το κουτάλι», δεν βρίσκω άμεση σύνδεση. Εμείς έχουμε βιώματα από τους πρόσφυγες πρώτης γενιάς. Αυτοί έχουν σχολές χορού οι οποίες αλλοιώνουν κάθε τι το αυθεντικό εάν αυτό υπάρχει. Μεγάλοι διασκελισμοί, άγαρμπη κίνηση, έντονη, προκλητική, εντελώς κόντρα με την ποντιακή παράδοση. Και αυτό ισχύει για όλους τους χορούς τους, όχι μόνο για αυτόν που λένε «χορόν». Δες την κίνηση των γυναικών στον χορό τους. Είναι δυνατόν οι γιαγιάδες μας να κουνούσαν τόσο έντονα το στήθος; Αυτό το αποτέλεσμα είναι προϊόν μιας εξαναγκασμένης κατασκευής «ταυτότητας».

Με ρώτησες προηγουμένως αν μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι για το μέλλον του ποντιακού χορού. Δεν ξέρω να σου απαντήσω. Εκείνο που εύχομαι μέσα από την καρδιά μου ως Πόντιος, ως χορευτής, ως Παύλος είναι οι γενιές των Ποντίων να μην πάψουν ποτέ να χορεύουν τους χορούς των προγόνων τους. Το διπάτ’, το ομάλ’, η τρυγώνα, όλοι οι χοροί μας, και η Σέρρα ξεχωριστά, να χορεύονται εσαεί στους αιώνες των αιώνων! Αυτός είναι ο κρυφός μου πόθος.
Αλεξία Ιωαννίδου
















