Στην καρδιά της σύγχρονης Δράμας, κάτω από μια πολυκατοικία στην οδό Τροίας, διατηρείται ένα εντυπωσιακό ταφικό μνημείο της ελληνιστικής περιόδου, που ήρθε στο φως το 1976 κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών.
Η ανακάλυψή του αποκάλυψε ένα από τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, προσφέροντας πολύτιμα στοιχεία για τη ζωή και τα έθιμα των κατοίκων της αρχαίας πόλης.

«Φέτος, συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από την ανακάλυψή του, που ομολογουμένως ήταν εντελώς απρόσμενη, αλλά προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και θαυμασμό», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η προϊσταμένη της Εφορεία Αρχαιοτήτων Δράμας, Βασιλική Πουλιούδη. «Όταν οι εργάτες άνοιγαν τα θεμέλια της πολυκατοικίας», επισημαίνει, «δεν περίμεναν ότι θα συναντούσαν έναν μνημειακό τάφο, πλήρως κτισμένο και διακοσμημένο με τοιχογραφίες που διατηρούνταν σε άριστη κατάσταση».
Ο τάφος περιλαμβάνει κατηφορικό διάδρομο με σκαλοπάτια, προθάλαμο και κύριο ταφικό θάλαμο. Ο προθάλαμος ξεχωρίζει για τον πλούσιο διάκοσμό του: βούκρανα, ρόδακες, ανθέμια και γεωμετρικά μοτίβα συνθέτουν ένα αρμονικό σύνολο, αποκαλύπτοντας την υψηλή αισθητική και τη φροντίδα των δημιουργών του.
«Η προσοχή στην λεπτομέρεια δείχνει ότι πρόκειται για μνημείο ιδιαίτερης σημασίας», εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Βασιλική Πουλιούδη, «αποκαλύπτει τις τάσεις της ελληνιστικής τέχνης και το σεβασμό προς τους νεκρούς, ενώ η ύπαρξη σιδερένιων καρφιών δείχνει ότι γιρλάντες λουλουδιών και διακοσμητικές ταινίες στολίζανε τον προθάλαμο».

Στο εσωτερικό εντοπίστηκαν τρεις σαρκοφάγοι σε σχήμα Π, ενώ τα ευρήματα μαρτυρούν ότι ο χώρος χρησιμοποιήθηκε περισσότερες από μία φορές. Παρά τις φθορές και τη σύληση, διασώθηκαν σημαντικά αντικείμενα: αγγεία, λυχνάρια, μυροδοχεία, χάντρες από πηλό και γυαλί, καθώς και νομίσματα από την Αμφίπολη, τη Θεσσαλονίκη και την Ιστιαία.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλούν τα χρυσά κοσμήματα που φυλάσσονται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Δράμας: ένα περιδέραιο με χάντρες κορναλίνης, σκουλαρίκια με κεφαλές ερωτιδέων και χρυσά φύλλα ελιάς και μυρτιάς, πιθανότατα τμήματα ταφικού στεφανιού.
«Τα ευρήματα αυτά, παρά τη σύληση του τάφου, μας δίνουν μια ολοκληρωμένη εικόνα των ταφικών εθίμων», υπογραμμίζει η Βασιλική Πουλιούδη και συνεχίζει, «αποκαλύπτουν την κοινωνική ιεραρχία, την εκτίμηση για τους νεκρούς και τις συνήθειες της ελληνιστικής Δράμας».

Το μνημείο χρονολογείται από τα τέλη του 3ου έως τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. και φαίνεται πως ανήκε σε εύπορη οικογένεια. Παρά το γεγονός ότι σήμερα περιβάλλεται από πολυκατοικίες, εξακολουθεί να αποτελεί ζωντανή απόδειξη της ιστορικής συνέχειας της πόλης.
Ο τάφος είναι επισκέψιμος κάθε Κυριακή πρωί, ενώ τις υπόλοιπες ημέρες το κοινό μπορεί να τον δει κατόπιν συνεννόησης με την αρμόδια Εφορεία. Μια επίσκεψη μπορεί να συνδυαστεί με περίπατο στο ιστορικό κέντρο της Δράμας και στάσεις σε σημεία όπως το Σαντιρβάν τζαμί, το Μαρμάρινο Σπίτι – Μουσείο Φωτογραφικών Μηχανών και το Πηγές Αγίας Βαρβάρας.
















