Κοντάκιο της Τετάρτης της β’ εβδομάδος των νηστειών του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα: «του ταπεινού Ρωμανού ο ύμνος».
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
Προοίμιον
Ψυχή μου ν’ αφοσιωθείς κοίταξε στη μετάνοια
κι αν όντως το επιθυμείς, με τον Χριστό ενώσου
με στεναγμούς φωνάζοντας: «Δώσε μου τη συγχώρεση
»για τις φρικτές μου πράξεις,
»ώστε να λάβω από Σε που είσαι ο μόνος Αγαθός,
»αμαρτημάτων άφεση κι
»αιώνια ζωή».
Οίκοι
α’. Με τα έργα και την πίστη μας δίνουμε τον αγώνα και προσδοκούμε, έτσι, στο τέλος να πετύχουμε και της μακαριότητας την όμορφη ελπίδα να δούμε μπρος στα μάτια μας να πραγματοποιείται, όλοι μας που φροντίσαμε
πάντοτε να φυλάγουμε τις διδαχές που έδωσε ο Κύριος και Σωτήρας.
Γι’ αυτό είναι που τιμάμε και με πολλή αγάπη κι υπομονή εργαζόμαστε
απάνω στης νηστείας το αγαθό κατόρθωμα που το τιμούν κι οι άγγελοι.
Αυτήν και οι Προφήτες την τήρησαν, και τώρα μετέχουνε εκεί ψηλά
όλοι σ’ ουράνιους χορούς, αν κι ήτανε άνθρωποι κι αυτοί ‒ στη γη μας περπατούσαν.
Δεν ένιωσε καμιά ντροπή να την επιτελέσει κι Αυτός ο ίδιος ο Χριστός· το θέλησε και νήστεψε
κι έτσι μ’ αυτόν το τρόπο για όλους μας προσυπέγραψε μια ωραία συμφωνία: μια δεύτερη ευκαιρία για
αιώνια ζωή.
β’. Πολύ καλά γνωρίζουμε πως ο Μωυσής κι ο Ηλίας κάναν σπουδαία πράγματα και είναι οι μεγάλοι, οι διάπυροι προστάτες μας, της πίστης μας οι πύργοι.
Δικαίως θεωρούνται μες στο χορό των Προφητών αυτοί οι δύο πρώτοι.
Προς στον Θεό απόκτησαν μεγάλη παρρησία·
γι’ αυτό ακριβώς και θέλανε κοντά Του να πηγαίνουνε, να τον παρακαλούνε
και πρόσωπο με πρόσωπο μαζί Του να συνομιλούν,
πράγμα που είν’ παράδοξο και θαυμαστό συνάμα.
Όμως, ακόμα κι έτσι, κι αυτοί προς τη νηστεία
με ζήλο καταφεύγανε, ώστε από τούτη την οδό να φτάσουνε σ’ Εκείνον.
Είναι η νηστεία, το λοιπόν, μαζί με τα έργα τα καλά που θα μας αποφέρουν αυτήν την πολυπόθητη
αιώνια ζωή.
γ’. Μπρος στη νηστεία οι δαίμονες τρέχουν μακριά να φύγουν, λες κι η νηστεία είναι σπαθί που θα τους κατακόψει.
Γιατί δεν την αντέχουνε, κι η πονηρή τους φύση δεν συμβιβάζεται ποσώς με το ευχάριστο αίσθημα που εκείνη αποπνέει.
Φιλήδονο και μέθυσο δώσ’ τους, και τι στον κόσμο! Αυτούς είναι που αγαπούν.
Αν όμως αντικρύσουν νηστεία καταπρόσωπο,
ούτε που το αντέχουνε εμπρός της να σταθούνε· τρέχουν να φύγουνε μακριά!
Άλλωστε, αυτό διδάσκει και ο Θεός μας, ο Χριστός,
καθώς το λέει καθαρά: «Το γένος των δαιμόνων
»θέλει νηστεία και προσευχή, ώστε να κατανικηθεί». Τούτο μάς έχει διδαχθεί:
στον άνθρωπο η νηστεία θα δώσει
αιώνια ζωή.
δ’. Ποια να ’ναι η αγνή μητέρα της σωφροσύνης άραγε; Μα φυσικά το αμόλυντο το κάλλος της νηστείας!
Ω! κάλλος της νηστείας, πηγή φιλοσοφίας· νίκης στεφάνι αθλοθετείς
και φέρνεις τον Παράδεισο, στ’ αλήθεια, εσύ κοντά μας.
Γιατί σ’ όσους νηστεύουνε τους επιστρέφεις πίσω το σπίτι τους το πατρικό,
απ’ όπου έπεσε ο Αδάμ κι έφυγε αποδιωγμένος και τράβηξε το θάνατο κοντά του τον μοιραίο,
καθώς τη μέγιστη τιμή που είχε ‒τη νηστεία‒ αυτός την απαρνήθηκε κι έμεινε ατιμασμένος.
Σαν είδε την νηστεία έτσι να την προσβάλλουνε, να την περιφρονούνε,
μεμιάς του αγανάκτησε ο Κτίστης των απάντων, ο Δέσποτάς μας, ο Θεός.
Όμως σ’ αυτούς που την τιμούν, χαρίζει
αιώνια ζωή.
ε’. Γιατί Αυτός από παλιά, σε μια μητέρα στοργική ‒στης νηστείας την εντολή‒ τον άνθρωπο παρέδωσε ο Φιλάνθρωπος,
όπως αφήνει ο γονιός το τέκνο του στον δάσκαλο
και του το εμπιστεύεται· κι έχει πια εκείνος τη ζωή του βλασταριού στα χέρια.
Κι αν όντως την αγκάλιαζε με αγάπη τη νηστεία, θα ζούσε ακόμα ο άνθρωπος μαζί με τους αγγέλους.
Μα δρόμο πήρε αντίθετο, την εντολή αθέτησε και πήγε ν’ απαντήσει τους πόνους και τον θάνατο·
και περπατάει στο δρόμο αυτόν μέσα στ’ αγκάθια τα τραχιά και τ’ άγρια τριβόλια·
με μόχθο βγαίνει η ζωή κι είναι γεμάτη θλίψη.
Αν μέσα στον Παράδεισο ήτανε η νηστεία τόσο σπουδαία κι ωφέλιμη,
πόσο μάλλον, για σκέψου, θα πρέπει να ’ναι εδώ στη γη, αν είναι ν’ αποκτήσουμε
αιώνια ζωή.
ς’. Τότε παλιά τον άνθρωπο, τον πρώτο, τον πρωτόπλαστο, εκείνον τον Αδάμ, τον κάλεσε ο Ύψιστος και του ’πε πως μπορεί να τρώει τελείως ελεύθερα απ’ όποιο δένδρο θέλει·
αυτό είναι που του είπε, όταν τον τοποθέτησε να ζει μες στον Παράδεισο, καθώς είναι γραμμένο.
Αλλ’ όμως του απαγόρεψε να τρώει από ένα δένδρο.
Αυτά ήταν τα λόγια που του ’πε ο Φιλάνθρωπος, ο Κτίστης των απάντων:
«Εμπρός, λοιπόν, απόλαυσε», του είπε, «όλα όσα, σου ’χω χαρίσει εγώ εδώ,
»γιατί είναι χαρά μου να βλέπω εγώ το πλάσμα μου όλα αυτά που του έφτιαξα να τα απολαμβάνει.
»Την εντολή που σου ’δωσα, εάν θα την κρατήσεις,
»θα σε φροντίζω πάντα εγώ, να ζεις έτσι ευχάριστα και να απολαμβάνεις. Δεν θα σ’ αγγίζει η φθορά
»κι η Χάρη μου θα σε φρουρεί και θα σε διαφυλάσσει, καθώς απαλλαγμένος από την κάθε ανάγκη σου, θα ζεις ευτυχισμένη κι
»αιώνια ζωή».
















