Στον Πόντο, η Καθαρά Δευτέρα –η «Σαχτοδευτέρα» όπως την έλεγαν– δεν είχε τη μορφή γιορτής που γνωρίζουμε σήμερα. Δεν υπήρχαν χαρταετοί και υπαίθρια τραπέζια. Η ημέρα ήταν αφιερωμένη στην κάθαρση: του σπιτιού, των σκευών, αλλά και της ψυχής.
Από νωρίς το πρωί, οι αυλές γέμιζαν… ατμούς. Σε μεγάλα χάλκινα καζάνια έβραζε νερό, μέσα στο οποίο έριχναν στάχτη για να φτιάξουν την «κατενήν», ένα φυσικό καθαριστικό. Με αυτό έπλεναν σχολαστικά κατσαρόλες, κουτάλες, ξύλινα σκεύη – οτιδήποτε είχε αγγίξει το «αρτύσιμο» φαγητό της Αποκριάς. Η στάχτη δεν ήταν μόνο μία πρακτική λύση, ήταν σύμβολο απομάκρυνσης κάθε ίχνους λίπους και κοσμικής απόλαυσης, προετοιμάζοντας το σπίτι για τη νηστεία της Μεγάλης Σαρακοστής.
Τα «μαντζιριγμένα» σκεύη, ιδίως τα ξύλινα, θεωρούνταν αδύνατο να καθαριστούν πλήρως από το λίπος. Έτσι τα τοποθετούσαν ψηλά, σε ράφια και ντουλάπια, για να μείνουν ανέγγιχτα μέχρι το Πάσχα. Από εκείνη την ημέρα ξεκινούσε η αυστηρή νηστεία. Πολλοί, μάλιστα, κρατούσαν απόλυτη αποχή από τροφή και νερό για τις τρεις πρώτες ημέρες, ως ένδειξη βαθιάς πίστης και εγκράτειας.
Μέσα σε αυτή τη σοβαρότητα της περιόδου γεννήθηκε ένα από τα πιο ιδιαίτερα ποντιακά έθιμα: ο κουκαράς.
Δεν ήταν απλώς ένα αντικείμενο, αλλά μια ζωντανή υπενθύμιση της Σαρακοστής, κρεμασμένη από το ταβάνι του σπιτιού.

Ο κουκαράς φτιαχνόταν συνήθως από ένα μεγάλο κρεμμύδι – μερικές φορές και από πατάτα. Πάνω του κάρφωναν επτά φτερά κότας ή κόκορα, τοποθετημένα σε ημικύκλιο. Έξι ήταν σκούρα και ένα λευκό, συμβολίζοντας τις επτά εβδομάδες έως το Πάσχα, με το λευκό να προαναγγέλλει τη Μεγάλη Εβδομάδα. Κάθε εβδομάδα αφαιρούσαν ένα φτερό, μετρώντας αντίστροφα τον χρόνο μέχρι την Ανάσταση.
Για τα παιδιά όμως ο κουκαράς είχε και μια άλλη διάσταση. Ήταν ο «φύλακας» της νηστείας. Το πρωί της Σαχτοδευτέρας τον έβλεπαν να αιωρείται και να περιστρέφεται ελαφρά. Αν παραπονιούνταν ή ζητούσαν αρτύσιμο φαγητό, οι μεγάλοι φυσούσαν διακριτικά τον κουκαρά, που άρχιζε να κουνιέται απειλητικά.
«Θα σε μαλώσει ο κουκαράς», τους έλεγαν, μετατρέποντας το έθιμο σε ένα παιδαγωγικό παιχνίδι φόβου και φαντασίας.
Έτσι, ένα απλό κρεμμύδι με φτερά έγινε σύμβολο πίστης, μέτρησης του χρόνου και οικογενειακής μνήμης.
Στον Πόντο, η Σαχτοδευτέρα δεν ήταν μόνο η αρχή μιας νηστείας· ήταν η αρχή μιας εσωτερικής διαδρομής. Και ο κουκαράς, ταπεινός και σιωπηλός, στεκόταν στο κέντρο της, θυμίζοντας σε μικρούς και μεγάλους πως κάθε δοκιμασία έχει τέλος – και κάθε Σαρακοστή οδηγεί στο φως της Ανάστασης.
















