Σε μια εκ βαθέων συνέντευξη στα «ΝΕΑ» και στον Δημήτρη Αλεξόπουλο, ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερώνυμος μιλάει για το μέλλον της Εκκλησίας και τις προσωπικές του φιλοδοξίες.
Όπως δηλώνει: «Θέλω να ζήσω, αλλά μπορώ να ζήσω και χωρίς να είμαι εν ενεργεία αρχιεπίσκοπος. Πέρασαν πολλά χρόνια, το τέλος έρχεται για όλους. Πρέπει και εγώ να το σκέφτομαι. Για αυτό δύο είναι τα όνειρά μου και οι φιλοδοξίες μου: Να αφήσω μια Εκκλησία που να έχει όσο μπορούμε λιγότερα και μικρότερα προβλήματα, με αρχιερείς που αγαπούν τον τόπο» και «με λυμένο το θέμα της εκκλησιαστικής περιουσίας που ταλανίζει επί δύο αιώνες τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας».
Ο προκαθήμενος μίλησε για τη σημασία της Εκκλησίας στην κοινωνία, τονίζοντας ότι: «Δεν μπορούμε εμείς ως εκκλησία να κάνουμε παιδαγωγικά προγράμματα, σχολικά, επιστημονικά και άλλα, αλλά δεν μπορεί και το κράτος, από μόνο του, να μιλήσει για την πίστη, για την αγωγή του παιδιού, για τη συμπεριφορά των γονέων. Χρειάζεται λοιπόν να δούμε όλοι τα πράγματα από μία νέα σκοπιά, να καταλήξουμε σε έναν νέο τρόπο συνεργασίας Πολιτείας και Εκκλησίας».
Η φροντίδα για τους νέους είναι κεντρικό θέμα για τον ίδιο: «Η πείρα μου τώρα μου λέει ότι τα παιδιά χρειάζονται σήμερα να ακούνε και να βλέπουν όλα τα πράγματα πριν επιλέξουν», υπογραμμίζει, προσθέτοντας ότι η Εκκλησία οφείλει να τους δίνει γνώση και ελευθερία επιλογής. Παράλληλα, αναφέρεται στο φιλανθρωπικό έργο και στις στέγες φοιτητών, καθώς και στη στήριξη νέων ζευγαριών και ηλικιωμένων, λέγοντας ότι «Το θέμα μας είναι να εργαστούμε σκληρά και σιωπηλά και τα χρήματα να τα κάνουμε εργαλεία για τα παιδιά μας, για τους φτωχούς μας, για τους ανθρώπους που δυσκολεύονται».
Ο Αρχιεπίσκοπος εκφράζει επίσης την αγωνία του για εθνικά θέματα, το μεταναστευτικό και τη διασπορά, ενώ τονίζει τη σημασία της ενότητας και της συνεργασίας με την πολιτική ηγεσία: «Είμαι ευχαριστημένος από τη συνεργασία μας, που, όσο περνά ο καιρός, γίνεται και πιο κοντινή και θα ήθελα να ευχηθώ αυτή η συνεργασία να μεγαλώσει, να ενισχυθεί».
Σε πιο προσωπικό επίπεδο, θυμάται με συγκίνηση τους δασκάλους και τη μητέρα του, και αναφέρει μεταξύ άλλων: «Μου λείπει πολύ η μητέρα μου μετά τόσα χρόνια. Ανθρώπινα μιλώ», καθώς και την επιρροή της δασκάλας του, που υπήρξε «ο ήρωας της εποχής».
















