Μια ποντιακή παροιμία που παραθέτει ο Κερασούντιος Ιωάννης Γ. Βαλαβάνης στο θρυλικό περιοδικό Επτάλοφος (έτος 2 [1870], τχ 2, σ. 359) μας κίνησε την περιέργεια, και κάπως έτσι ξεκίνησε η αναζήτηση για τη λέξη λαβότιν.
«Άμον λαβότιν ’πάγει κ’ έρ(χε)ται» λέει το γνωμικό, και η ερμηνεία είναι «επί των αργών [δλδ ασκόπως] περιφερομένων».
Η πρώτη ματιά στο Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου (ΙΛΠΔ) ήταν άκαρπη, καθώς ο μέγας Άνθιμος δεν περιλαμβάνει το λήμμα. Μαθημένοι όμως στα τερτίπια της ελληνικής γλώσσας και των διαλέκτων της, ρίξαμε και μια δεύτερη, παρακάτω, όπου βρήκαμε το λαβώτιν, με παραπομπή στο λαγώτιν. Και εκεί λύθηκαν όλες οι απορίες μας! Διότι η λέξη από μόνη της, λόγω αυτής της ορθογραφίας, κάτι αρχίζει να θυμίζει – κάτι με λαγούς και αυτιά. Και ναι, έτσι είναι.
Για την ακρίβεια, γράφει ο Πόντιος λόγιος:
λαγώτιν [ή λαγώτ’ ή λαβώτιν/λαβώτ’, λαβούτι ή λακώτ’, ανάλογα τα τοπικά ιδιώματα]: Από τα ουσ. λαγός και ωτίν. Το λαβώτιν εκ παρετυμ. προς το λάβιν.
1) Είδος κουτάλας προς άντλησιν ύδατος (εκ της ομοιότητος προ το αυτί του λαγού). 2) Μετάλλινον κουτάλι προσδεδεμένον εις βρύσην δημοσίας οδού δια να πίνουν οι διαβάται. 3) Ξύλινη σέσουλα. 4) Ξύλινον σκαφίδιον. 5) Μικρό φτυάρι.
Δίνει μάλιστα και μια διαφορετική μεταφορική χρήση της λέξης: άνθρωπος φλύαρος.
Ο δε Παντελής Η. Μελανοφρύδης, σε άρθρο του στην Ποντιακή Εστία (1953, τχ 40, σ. 196) καταγράφει και το γνωμικό «το λαβότ’ επήγεν σην Πόλ’ κι έρθεν, και ξάν λαβότ’ έτον».
Για τον άνθρωπο που είναι λαίμαργος και τρώει γρήγορα λέει ότι χρησιμοποιείται η φράση άμον λαβότ’, κάτι που μας στέλνει πίσω στο ΙΛΠΔ όπου βρίσκουμε το ρήμα λαγωτίζω, με την ερμηνεία «Τρώγω λαιμάργως από την χύτραν, οιονεί σαν να τρώγω με το λαγώτιν».
~
Διευρύνοντας την αναζήτηση, εντοπίσαμε σε τουρκικό site ένα ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο «Ονομασίες μαγειρικών σκευών στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας»,1 όπου για τη συγκεκριμένη λέξη διαβάζουμε ότι ως «ξύλινο μπολ με νερό τοποθετημένο σε βρύσες και πηγές» χρησιμοποιούνταν στις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας, ως «ξύλινο εργαλείο που χρησιμοποιείται για να ψεκάζει νερό στην κάνναβη για να λευκανθεί» στο Ρίζαιο, ως «ξύλινο κουπί που χρησιμοποιείται για την άντληση νερού από μια βάρκα» στα Κοτύωρα.
Με διάφορες μικρές παραλλαγές, λέει το άρθρο του Özhan Öztürk,2 η λέξη στην Ανατολία καταγράφηκε ως «χωνί» στην Τοκάτη, ως «κούφιο ξύλινο φτυάρι ή κουτάλα που χρησιμοποιείται για να ψεκάζει νερό στα βόδια και να τα δροσίζει το καλοκαίρι» στην περιοχή της Βιθυνίας, ως «δοχείο νερού φτιαγμένο από ένα είδος κολοκύθας με μακριά λαβή» στις περιοχές Αττάλειας και Μούγλων.
















