Ο Χατζηγεώργιος Στεφανίδης γεννήθηκε στον οικισμό Ομάλα, 4 χλμ. βορειοανατολικά της Αργυρούπολης. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Χαλδίας και Χερροιάνων και είχε τέσσερις μαχαλάδες, δύο τουρκικούς και δύο ελληνικούς, με τέσσερις και δεκαπέντε οικογένειες, αντίστοιχα.
Υπήρχε εκκλησία της Παναγίας και μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Χαλιναρά, νεκροταφείο και ένα τετρατάξιο δημοτικό σχολείο, που χτίστηκε γύρω στα 1905. Πολλοί από τους κατοίκους είχαν ξενιτευθεί στη Ρωσία κι όσοι είχαν απομείνει στην περιοχή, ασχολούνταν με τη γεωργία.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Μας σήκωσαν μέσα στο χειμώνα. Φεβρουάριο μήνα.
Πριν λίγες μέρες, έρχεται ένας τζανταρμάς με χαρτί στο χέρι στη Χάρσερα, όπου βρέθηκα, και μας διάβασε τη διαταγή της Ανταλλαγής και μας εξήγησε: -«Εσείς οι Έλληνες από σήμερον είστε μουσαφίρηδες εδώ. Δεν είστε πλέον κάτοικοι της Τουρκίας. Και ούτε σανίδι έχετε δικαίωμα να βγάλετε απ’ τα υπάρχοντα σας και απ’ τα σπίτια σας για να το πουλήσετε. Ούτε παράθυρο έχετε δικαίωμα να ξεκαρφώσετε. Μόνο τα κινητά πράγματά σας μπορείτε να πάρετε, αν θέλετε. Θα σηκωθείτε από δω ως τον Μάιο».
Αλλά αντί για το Μάιο, μας σήκωσαν στις 4 Φεβρουαρίου. Στην Ίμερα έγινε πιο ξαφνικό το φευγιό. Δεν πρόλαβαν να πάρουν τίποτε. Ως και τα πληγούρια τους τ’ άφησαν και δεν μπόρεσαν να τα πάρουν. Δεν προκάναμε λοιπόν να πάμε ως το Μάιο.
Στις 4 Φεβρουαρίου μάς διάταξαν να βγούμε απ’ το χωριό: Άτρα, Χάκαξα, Μάλαχα, Μαναστήρ, όλα τα χωριά αντάμα σηκώθηκαν. Μας έβγαλαν απ’ τα σπίτια μας στις 4 Φεβρουαρίου 1924 και μαζευτήκαμε όλοι κάτω, στις Πέντε Εκκλησιές (Πεσκιλισέ). Εκεί μας κατέβασαν.
Την πρώτη μέρα πήγαμε ως το Κιοπρüπασί, στα χάνια της γέφυρας αυτής, και εκεί κοιμηθήκαμε. Την άλλη μέρα πήγαμε πορεία ως το Χαμψίκιοϊ και μείναμε τη νύχτα. Την τρίτη μέρα κατεβήκαμε στο Τζεβιζλίκ και την άλλη μέρα, μεσημέρι 8 Φεβρουαρίου, φτάσαμε στην Τραπεζούντα.
Μόλις πήγαμε στη Δαφνούντα, κοντά στο σπίτι του Λαμπριανίδη, μας είπαν να χαλάσουμε τα φορτία μας απ’ τα ζώα. Μας έβαλαν μέσα σε μια αυλή και μια Ελληνίδα νοσοκόμος μάς έκανε εμβόλιο. Έπειτα μας έδωσαν κάμαρες να μείνουμε.
Στην Τραπεζούντα καθίσαμε μέχρι τη Μεγάλη Παρασκευή. Τρώγαμε τα έτοιμα, κάναμε και λίγα εργατικά (μεροκάματα) και ζούσαμε. Περιμέναμε καράβι. Μερικές χήρες και φτωχοί πήραν εισιτήρια να φύγουν τη Μεγάλη Παρασκευή με το «Αρχιπέλαγος». Αλλά μόλις ήρθε το βαπόρι οι Τούρκοι δεν άφησαν. Ήρθε αργότερα από ένα μήνα ένα άλλο καράβι και τους πήρε. Γέμισε και έφυγε. Το «Αρχιπέλαγος» γέμισε τότε με άλλους και έφυγε.
Εμείς, οι Αργυρουπολίτες και οι Χακαξενοί, πήγαμε με το πλοίο «Καβάλα», Μαΐου 26. Ένας μπέης απ’ τη Χάκαξα, ο Οσμάν μπέης, που είχε τα δέκατα* στη Χάκαξα, μας συμβούλεψε να μη φύγουμε βιαστικά. Να μη βιαστούμε για να πάμε ελεύθερα και να μη σπρωχνόμαστε στην παραλία. Γιατί οι Τούρκοι πείραξαν τον κόσμο, πείραξαν τα κορίτσια και τις γυναίκες. Έπιαναν κορίτσια και τα πείραζαν. Είχαμε μαζευτεί στη σκάλα της Τραπεζούντας πολλοί. Ο Οσμάν για το καλό μας το έλεγε.
Λοιπόν μπήκαμε στο βαπόρι και πήγαμε στην Πόλη. Μόλις σιμώσαμε στην Πόλη, στο Βόσπορο, στο Καβακλί μάς χάλασε η μηχανή του καραβιού. Μείναμε τρεις μέρες πάνω στο πλοίο. Από πάνω βροχή. Εμείς καθόμασταν στην κουβέρτα του καραβιού και βρεχόμασταν. Τέλος διόρθωσαν τη μηχανή και μπήκαμε στο δρόμο. Περάσαμε απ’ το Μαρμαρά, τα Δαρδανέλλια. Νερό δεν είχαμε. Διψούσαμε. Το πλοίο δεν μπορούσε από πουθενά να πάρει νερό. Ποιος μας λογάριαζε. Πρόσφυγες ήμασταν.
Φτάσαμε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης. Οι χωροφύλακες δεν μας επέτρεπαν να πάρουμε νερό που μας έφεραν γνωστοί πατριώτες μας. Δεν μας κατέβαζαν. Η Θεσσαλονίκη ήταν γεμάτη προσφυγόκοσμο. Απ’ τη Θεσσαλονίκη πάμε στον Πειραιά. Φωνάζαμε: -«Νερό! Πεθαίναμε». Τέλος στο πέλαγος μάς έδωσαν νερό. Έγινε συνωστισμός! Ένα κορίτσι πάτησε σ’ ένα γρανάζι, έπεσε και διαλύθηκε!
Χορτάσαμε νερό εκείνο το βράδυ. Κατεβήκαμε το πρωί στον Πειραιά. Φτάσαμε στον Άγιο Γεώργιο, στο νησί. Μας κράτησαν στο καράβι και μας είπαν: -«Πόσοι είστε;» Μας έφεραν φαγητό, σούπα ρεβύθια. Μας έδωσαν από ένα πιάτο. Φάγαμε.
Ακούμε τότε ότι θα κόψουν τα μαλλιά των γυναικών. Πολύ δυσάρεστο μας φάνηκε. Όταν μας κατέβασαν απ’ το καράβι, μας έκοψαν τα μαλλιά, ανδρών και γυναικών.
Κατεβαίνοντας πάνω στη σκάλα, ήταν ένας με το καμουτσίκι και χτυπούσε στον αέρα λέγοντας: -«Εδώ θα ακούτε τι σας λέμε και θα κάνετε! Ό,τι διατάξω θα κάνετε! Θα βάλετε τα ρούχα σας στον κλίβανο». Κουβαλήσαμε δέματα-δέματα τα ρούχα μας στον κλίβανο. Συγχρόνως μας έβαλαν στο λουτρό να λουστούμε. Λουστήκαμε. Εν τω μεταξύ έκαναν τα ρούχα μας απολύμανση. Βγαίνοντας απ’ το λουτρό ντυνόμασταν, φορτωνόμασταν τα κλιβανισμένα ρούχα και τα κουβαλούσαμε στις αποθήκες. Κουβέρτες, στρώματα, παπλώματα, ρούχα. -«Όταν θα βγείτε από δω, θα τα πάρετε», μας είπαν.
Μας έβαλαν μετά στην καραντίνα. Η καραντίνα ήταν ένα περιορισμένο μέρος με σύρματα. Μας δώσανε σκηνές. Στήναμε και μπαίναμε κάτω απ’ τις σκηνές. Με δέκα μέρες έπιασε ευλογιά. Όσοι αρρώσταιναν τους πήγαιναν στο νοσοκομείο. Έρχονταν λεωφορεία απ’ την Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Με βάρκα έρχονταν ως την ακτή και έπαιρναν τους άρρωστους. Τους πήγαιναν με το αυτοκίνητο στα νοσοκομεία, στο νοσοκομείο Λοιμωδών νόσων της Αγίας Βαρβάρας. Το κορίτσι μου και η γυναίκα μου αρρώστησαν και με συνοδεία πήγαν στο νοσοκομείο. Κάθησαν εκεί εικοσιεννέα μέρες.
Καθήσαμε δεκαπέντε μέρες στην καραντίνα ακι μετά, όσοι βγήκαν, τους πήγαν στο Χαρμάνκιοϊ Θεσσαλονίκης. Εγώ, επειδή είχα τη γυναίκα και το κορίτσι μου στο νοσοκομείο, δεν έφυγα. Έμεινα. Εμένα και τον πατέρα μου μας είπαν να βγούμε απ’ την καραντίνα. Περίμενα να βγει η γυναίκα μου και το κορίτσι μου απ’ το νοσοκομείο.
Βγήκαν. Τις έφεραν στο νησί, πήρα τον πατέρα μου και από κει ήρθαμε στον Πειραιά. Μπήκαμε στο καράβι «Πειραιεύς» και σε τρεις μέρες φτάσαμε στη Θεσσαλονίκη. Πήγαμε στο Χαρμάνκιοϊ. Μείναμε σε σκηνές ως τις 24 Ιουλίου. Η ζέστη φοβερή. Φοβήθηκα να μη θανατωθεί το παιδί μου. Σηκώθηκα και έφυγα στο Αμύνταιο. Εκεί ένας ανάποδος εφοδιαστής με απειλούσε ότι θα με στείλει στην Καστοριά. Εκεί δεν ήθελα να πάω. Με δικά μου χρήματα σηκώθηκα και πήγα στην Πτολεμαΐδα. Τράβηξα με την οικογένειά μου εδώ στο Καρυοχώρι, αλλά δε μ’ άφησαν να μπω μέσα. Γύρισα πίσω. Κάθησα εικοσιεννέα μέρες στις σκάλες του Διοικητηρίου. Με λυπήθηκε ένας δάσκαλος, ο Μελανοφρύδης Παντελής, και με έστειλε στην Κοζάνη σ΄έναν Πετρόπουλο, που ήταν προϊστάμενος της Αποκατάστασης Προσφύγων. Πήγα, αλλά δεν με δέχτηκε. Γύρισα στον προϊστάμενο που ήταν στην Πτολεμαΐδα, τον Πίντσο, υπόγραψε την άδειά μου και έτσι μ’ άφησαν και εγκαταστάθηκα στο Καρυοχώρι με την οικογένειά μου.
















