Ο Ιωάννης Παναγιωτίδης και ο Παναγιώτης Κοκκινασίδης ζούσαν στον οικισμό Μελιανάντων, στο τμήμα Ματσούκας, κτισμένου κοντά στις πηγές του ποταμού Πυξίτη. Εκκλησιαστικά άνηκε στη Μητρόπολη Ροδοπόλεως και πριν από το 1914 ο πληθυσμός ανερχόταν σε περίπου 300 Έλληνες κατοίκους, με καταγωγή κυρίως από την περιοχή της Μεσαρέας, οι οποίοι μιλούσαν ποντιακά.
Είχαν εγκατασταθεί στους δύο μαχαλάδες της περιοχής, Μελιανάντων και Σαπάντων.
Στον πρώτο υπήρχε κεντρική εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Η δεύτερη εκκλησία της περιοχής, παλαιότερη της πρώτης, ήταν αφιερωμένη στο Γενέθλιον της Θεοτόκου και βρισκόταν στον μαχαλά Σαπάντων. Οι μαθητές φοιτούσαν κυρίως στην επτατάξια Κεντρική Σχολή Χαμψίκιοϊ, που βρισκόταν πλησιέστερα στον οικισμό Ζαβερά.
Η οικονομία του οικισμού βασιζόταν στη γεωργία και κυρίως στην κτηνοτροφία. Οι κάτοικοι διέθεταν τα γαλακτομικά προϊόντα τους στην αγορά της Τραπεζούντας. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, οι κάτοικοι έπαιρναν τον δρόμο της ξενιτιάς, με προορισμό τη Ρωσία, όπου εργάζονταν ως καπνοκαλλιεργητές.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Στα 1916 που ήρθαν οι Ρώσοι στην Τραπεζούντα, σήκωσαν οι Τούρκοι όλο το χωριό. Μας είπαν να σηκωθούμε και να πάμε προς τη Μούζενα. Μόνοι μας πήγαμε. Δεν είχαμε συνοδεία από Τούρκους. Μέσα από τα παρχάρια Ελαφον’θός και Σταύρωμα ήρθαμε στη Μούζενα. Πήγαμε να καθίσουμε στα χωριά Σταυρίν και Τσιμερά.
Τρεις μήνες μείναμε εξορία και άμα οι Ρώσοι ανέβηκαν ως το Χαψίκιοϊ, κατεβήκαμε κι εμείς στο χωριό. Με το γυρισμό όλοι σχεδόν αρρώστησαν. Βρήκαμε και τα σπίτια μας χαλασμένα. Τα χάλασαν οι Ρώσοι που κάθισαν στο Χαψίκιοϊ. Πήρανε την ξυλεία από τη σκεπή και την πήγαν στα ξενοδοχεία του Χαψίκιοϊ και άφησαν τα σπίτια χωρίς στέγη. Στρατός ήταν, τι θέλεις να κάνει! Οι Ρώσοι μείνανε στο Χαψίκιοϊ σχεδόν δύο χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα χόρτασε ο κόσμος ψωμί. Έδωσαν δουλειά σε πολύ κόσμο, γιατί φάρδαιναν το δρόμο το δημόσιο. Όλοι δουλέψαμε σ’ αυτό το δρόμο. Με δεκατέσσερις ανθρώπους άρχισε η δουλειά και ύστερα έγιναν πεντακόσιοι άνθρωποι που δούλευαν.
Στα χρόνια που ήταν οι Ρώσοι στο Χαψίκιοϊ, οι Τούρκοι που μένανε στην περιοχή φύγανε και πήγανε στο εσωτερικό. Κατέβηκαν άμα φύγανε οι Ρώσοι.
Λίγες μέρες πριν να μας σηκώσουν από το χωριό, κάτι λιποτάχτες Τούρκοι πήγαν να σκοτώσουν τον παπά μας, τον παπα-Ευθύμιο. Ο παπα-Ευθύμιος ήτανε κείνες τις μέρες στο μεζιρέ όπου είχε σπίτι, ανάμεσα στα Φουρνία και στη Σούδα. Οι λιποτάκτες μπήκαν και τον δέσανε και του ζήτησαν λεφτά. Αυτός τους είπε πως τα χρήματα τα έχει στο χωριό και είπε να στείλει κάποιον στο χωριό να πάρει. Ώσπου να γίνει αυτό, οι Τούρκοι τον είχαν δεμένο και περίμεναν.
Η νύφη του παπά, που ήταν κι αυτή στο μεζιρέ, πήγε να τους ετοιμάσει κάτι να φάνε και ήρθε και στο δικό μας καλύβι, που ήταν παρακάτω. Έτυχε να βρίσκομαι στο καλύβι εκείνες τις μέρες. Ήμαστε τρεις μαζεμένοι εκεί. Αποφασίσαμε αμέσως να σκοτώσουμε τους Τούρκους και να λευτερώσουμε τον παπά. Καταστρώσαμε το σχέδιο και μπήκαμε στο καλύβι του παπά. Η νύφη του μας είχε πει ποια θέση είχε μέσα στο καλύβι ο κάθε Τούρκος. Μπήκαμε από την πόρτα και όπως τα σχεδιάσαμε γίνανε.
Χωρίς να προλάβουν να φωνάξουν, τους πιάσαμε και τους πνίξαμε. Ούτε κιχ! δεν πρόλαβαν να κάνουν. Έτσι γλιτώσαμε και τον παπά μας.
Όταν φύγανε οι Ρώσοι από το Χαψίκιοϊ, εννιά μέρες ήμαστε χωρίς Τούρκους. Μετά τις εννιά μέρες ήρθαν οι Τούρκοι, που κατέβηκαν από τη Φαρναβαζού. Κάτι τσέτηδες από την Τόνγια βρήκαν ευκαιρία τότε και ήρθαν στο Χαψίκιοϊ μόλις φύγανε οι Ρώσοι. Ευτυχώς που τους εμποδίσαμε να πάνε στα χωριά μας και να κάνουνε πλιάτσικο. Αλή όνμπασι λέγανε αυτόν που ήρθε με τους Τσέτηδες. Ήταν από την Τόνγια.
Στα 1918, Ιανουάριο μήνα, φύγανε όλοι οι Ρώσοι. Από το στρατό της Ρωσίας κανένας δεν έμεινε στην περιφέρεια Τραπεζούντας […].
Στα 1921 κάνανε εξορία όλους τους άντρες στα χωριά μας από δώδεκα χρονών και πάνω ως εβδομήντα χρονών. Με το ανάστημα τους κανόνιζαν. Τους πήγαν πολύ μακριά προς το Ερζερούμ, Ερζιγκιάν, Παϊπούρτ, Σαρικαμίς, Καράκιλισε. Εγώ (ο Παναγιωτίδης) δεν πήγα εξορία.
Στο Τζεβιζλίκ ο δεσπότης Κύριλλος ανάλαβε να χτίσει για τους Τούρκους μια Κίσλα, ένα στρατώνα. Εκεί πήγα και δούλεψα. Από ογδόντα δύο ανθρώπους που πήγαν να δουλέψουν σ’ αυτή τη δουλειά, οι Τούρκοι διάλεξαν μονάχα δύο, εμένα κι άλλον ένα.
Όλοι οι άλλοι πήγαν εξορία στο Παϊπούρτ. Κι ο Κοκκινασίδης όμως, δεν πήγε εξορία. Κρύφτηκε στο σπίτι του πεθερού του, στο Αρμενί της Γαλίανας, και γλίτωσε.
Στην εξορία, που πήγαν, τα ογδόντα τοις εκατό χάθηκαν. Πάγωσαν από τα κρύα. Φτωχοί ήταν, λεφτά δεν είχαν και πείνασαν.
Σ’ ένα χρόνο από τότε που έφυγαν, ήρθε διαταγή στους εξόριστους όπου βρίσκονταν να γυρίσουν πίσω για να πάνε στην Ελλάδα. Τους περάσανε από το Χαψίκιοϊ, αλλά δεν τους άφησαν να πάνε στα χωριά τους, κατευθείαν στην Τραπεζούντα κατέβηκαν. Εκεί δίνανε εισιτήρια για τη Ρουμανία παρόλο που δεν πήγαιναν εκεί. Δεν έπρεπε όμως να φαίνεται στο εισιτήριο πως πάνε για την Ελλάδα. Τα βαπόρια, όμως, που ήρθαν να τους πάρουν, στην Ελλάδα τους φέρανε.
Οι γυναίκες με τα παιδιά, που ήταν στο χωριό, κατέβηκαν κι αυτές στην Τραπεζούντα. Όσες αντάμωναν με τους δικούς τους, φεύγανε μαζί. Άλλες μένανε και περίμεναν. Το χωριό μας άδειασε στα 1923. Σιγά σιγά άδειαζε, αλλά οι τελευταίοι ήμαστε εμείς που μπήκαμε στο βαπόρι. Μετά του Φωτός κατέβηκαν και οι τελευταίοι και στις 16 Φεβρουαρίου μπήκαν στο βαπόρι. Ένα ιταλικό βαπόρι ήρθε και μας πήρε. Πληρώσαμε κι εμείς εισιτήριο από δεκαπέντε παγκανότες1 το άτομο. Κι εμείς βγάλαμε εισιτήριο για τη Ρουμανία, τάχα. Το ιταλικό βαπόρι το λέγανε «Αλγέρι». Μας έφερε ως την Πόλη. Ήρθαν και άλλα βαπόρια να πάρουν κόσμο. Ένα ελληνικό, το «Ιωνία», πήρε εφτάμιση χιλιάδες ψυχές. Ένα ρωσικό, το «Κορνίλωφ», τέσσερις χιλιάδες ψυχές.
Όλος αυτός ο κόσμος ήρθε στο Μακρονήσι για καραντίνα. Εκεί μας βγάλανε τα βαπόρια. Χώρισαν τον κόσμο σε καταυλισμούς. Α, Β και Γ καταυλισμός ήταν. Έπεσε επιδημία στο Μακρονήσι και πολλοί, πάρα πολλοί πέθαναν. Πόσοι ήταν πριν να πάμε εμείς, δεν ξέρουμε. Νερό δεν είχε στο Μακρονήσι και φέρνανε κάθε μέρα από το Λαύριο που ήταν απέναντι.
Από τη Μακρόνησο ήρθε ένα βαπόρι που το λέγανε «Βενιζέλος» και μας πήρε και μας έφερε στη Θεσσαλονίκη. Από τη Θεσσαλονίκη ήρθαμε μετά στην Κοζάνη και σκορπίσαμε στα χωριά.
















