Πέθανε τη Δευτέρα, σε ηλικία 99 ετών, η διεθνώς καταξιωμένη βυζαντινολόγος, ιστορικός και πανεπιστημιακός Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ. Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του τμήματος Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης, το 1967, αλλά και η πρώτη γυναίκα πρύτανης του ίδιου Πανεπιστημίου, το 1976, στην 700 χρόνων ιστορία του ιδρύματος. Ακόμη, ήταν Πρέσβειρα Καλής Θέλησης της UNICEF..
Κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου βίου της παρουσίασε πλούσιο συγγραφικό έργο ενώ υπήρξε ενεργή και παρεμβατική μέχρι το τέλος της.
Τιμήθηκε με πλήθος σημαντικών διακρίσεων σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γαλλία είχε βραβευτεί, μεταξύ άλλων, με τον Μεγαλόσταυρο του Εθνικού Τάγματος της Τιμής.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η υγεία της είχε επιβαρυνθεί σημαντικά το τελευταίο 24ωρο καθώς αισθανόταν μεγάλη αδυναμία. Η κατάστασή της επιδεινώθηκε δραματικά τις τελευταίες ώρες με αποτέλεσμα να αφήσει την τελευταία της πνοή.
Μια μακρά παρουσία στα γράμματα
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ γεννήθηκε στον Βύρωνα σε ένα προσφυγικό σπιτάκι στην οδό Κοινωνίας των Εθνών (σημερινή οδός Κολοκοτρώνη), το 1926, σε μια πολυμελή προσφυγική οικογένεια που προερχόταν από τα Μουδανιά της Μικράς Ασίας.
Πατέρας της ήταν ο Νικόλαος Γλύκατζης, έμπορος, και μητέρα της η Καλλιρρόη, το γένος Ψαλτίδη.
Φοίτησε στο 4ο Δημοτικό Σχολείο και στη συνέχεια στο Δ’ Γυμνάσιο Θηλέων στο Παγκράτι.
Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μετέβη στη Γαλλία, όπου συνέχισε τις σπουδές της στη Σορβόνη, αφιερώνοντας την ερευνητική της δραστηριότητα στη βυζαντινή ιστορία. Η διδακτορική της διατριβή για τη διοίκηση του Βυζαντίου στη Μικρά Ασία αποτέλεσε σημείο αναφοράς στη διεθνή βιβλιογραφία.
Εκεί γνώρισε τον σύζυγό της Ζακ Αρβελέρ, αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού της Γαλλίας, με τον οποίο απέκτησαν μία κόρη, τη Μαρί-Ελέν. Έφυγε από τη ζωή το 2010.
Η εξέλιξή της στο πανεπιστήμιο υπήρξε ταχύτατη.
Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Παρισίων ενώ το 1976 εξελέγη πρύτανης του Πανεπιστημίου της Σορβόνης (Paris I – Panthéon-Sorbonne), μια ιστορική εκλογή δεδομένου ότι ήταν η πρώτη γυναίκα που κατέλαβε τη συγκεκριμένη θέση στα 700 χρόνια ιστορίας του ιδρύματος.
Παράλληλα διαδραμάτισε ενεργό ρόλο σε διεθνείς οργανισμούς και επιστημονικά ιδρύματα. Υπήρξε πρόεδρος του Πανεπιστημίου της Ευρώπης (Université de l’Europe) και τιμήθηκε με πλήθος διακρίσεων, παρασήμων και επίτιμων διδακτορικών τίτλων από πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο. Στην Ελλάδα διετέλεσε πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου, με τη συμβολή της στην ανάδειξη της βυζαντινής ιστορίας και της ελληνικής πολιτισμικής συνέχειας να αναγνωρίζεται ευρέως.
Διετέλεσε επίσης αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, της Βρετανικής Ακαδημίας, της Βασιλικής Ακαδημίας του Βελγίου, της Ακαδημίας Επιστημών του Βερολίνου και της Βουλγαρίας και επίτιμη διδάκτωρ πλειάδας πανεπιστημίων (Λονδίνου, Harvard, Βελιγραδίου, Νέας Υόρκης, NewBrunswick, Λίμας, Χάιφας, Παντείου Πανεπιστημίου, Ελληνικού Kαποδιστριακού Πανεπιστημίου Aθηνών, Αμερικανικού Πανεπιστημίου του Παρισιού, Fribourg, Θεσσαλονίκης και Κρήτης).
Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει μελέτες, δοκίμια και παρεμβάσεις για το Βυζάντιο, τη σχέση Ανατολής και Δύσης, την ευρωπαϊκή ιδέα και τον ρόλο της Ελλάδας στον σύγχρονο κόσμο.
Με λόγο συχνά αιχμηρό και δημόσια παρουσία που ξεπερνούσε τα ακαδημαϊκά όρια, η Ελένη Αρβελέρ τοποθετήθηκε επανειλημμένα για ζητήματα εθνικής ταυτότητας, εκπαίδευσης και γεωπολιτικής, διατηρώντας ενεργή συμμετοχή στον δημόσιο διάλογο μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής της.
Η απώλειά της σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής για την ελληνική ιστοριογραφία και την ευρωπαϊκή πανεπιστημιακή κοινότητα. Η διαδρομή της, από τα αμφιθέατρα της Αθήνας έως την κορυφή της Σορβόννης, αποτυπώνει μια πορεία αφοσίωσης στη γνώση, την έρευνα και τη διαρκή υπεράσπιση του πολιτιστικού αποτυπώματος του ελληνισμού.
«Ανεπανάληπτη ακαδημαϊκός»
Ανακοίνωση εξέδωσε αμέσως μετά τη δυσάρεστη είδηση του θανάτου της ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας. Κάνει λόγο για «βαθιά θλίψη» που απλώνεται σε όλη την Ευρώπη και συμπληρώνει ότι «μέχρι το τέλος παρέμεινε ανήσυχη και δημιουργική». Τέλος, υπογραμμίζει ότι «αφήνει πίσω της μια ανεκτίμητη πνευματική παρακαταθήκη και ένα ζωντανό παράδειγμα προσφοράς».
Αναλυτικά, η ανακοίνωση αναφέρει:
«Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ, η ανεπανάληπτη ακαδημαϊκός, η μεγάλη διεθνής Ελληνίδα δεν είναι πια μαζί μας. Βαθιά θλίψη και συγκίνηση απλώνεται στην Ελλάδα, στη Γαλλία και στην Ευρώπη, στην οικογένεια και στους οικείους της, στους αναρίθμητους φοιτητές της, σε όλους όσοι γνώρισαν, σεβάστηκαν και αγάπησαν την ίδια και το έργο της. Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ φώτισε με το έργο της την διαχρονική όψη της ελληνικότητας και ταυτόχρονα ξεχώρισε για τον γνήσια ελληνικό χαρακτήρα της. Αγέρωχη και υπερήφανη διάβηκε με βήμα σταθερό μέσα από τις ανατροπές και τις υπερβάσεις ενός ολόκληρου αιώνα. Μέχρι το τέλος παρέμεινε ανήσυχη και δημιουργική. Με το νεανικό πείσμα της επιβεβαίωσε ότι η πνευματική εγρήγορση δεν γνωρίζει ηλικία.
Από τα αγωνιστικά χρόνια στην Αθήνα της Κατοχής ως τα ακαδημαϊκά ύψη της μεταπολεμικής Ευρώπης ο λόγος της υπήρξε πάντοτε αιχμηρός, ελεύθερος και εύστοχος. Με ακαταπόνητη προσήλωση στη μελέτη και την έρευνα υπηρέτησε με αδιάπτωτο πάθος την ιστορική επιστήμη και ιδίως τη βυζαντινολογία, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διεθνή κατανόηση του Βυζαντίου ως θεμελιώδους πυλώνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Φώτισε με συνέπεια την ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού και τη θέση της Ελλάδας στον ευρωπαϊκό και παγκόσμιο χάρτη.
Ως η πρώτη γυναίκα πρόεδρος του Τμήματος Ιστορίας και η πρώτη γυναίκα πρύτανης στα 700 χρόνια ιστορίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης, απέδειξε έμπρακτα ότι η γνώση, η εργατικότητα και η γνησιότητα της προσφοράς μπορούν να υπερβούν κάθε στερεότυπο και κάθε περιορισμό, ανοίγοντας δρόμους για τις επόμενες γενιές. Υπήρξε υπόδειγμα για τις γυναίκες επιστήμονες, για κάθε νέα και νέο που ονειρεύεται να κατακτήσει κορυφές, αλλά και για κάθε πολίτη που πιστεύει ότι η παιδεία, η πνευματική ποιότητα και η ελευθερία της σκέψης αποτελούν ζηλευτά γνωρίσματα των ολοκληρωμένων και υπεύθυνων ατόμων και συνάμα θεμέλια μιας δημοκρατικής και ώριμης κοινωνίας.
Η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ αφήνει πίσω της μια ανεκτίμητη πνευματική παρακαταθήκη και ένα ζωντανό παράδειγμα προσφοράς. Εκφράζω τα ειλικρινή και βαθιά μου συλλυπητήρια στην οικογένεια και στους οικείους της. Η μνήμη και το έργο της θα παραμείνουν φωτεινός οδηγός για την κοινωνία μας».
















