Τρία χρόνια πριν συμπληρώσει έναν αιώνα (αδιάλειπτης) δράσης, η Εύξεινος Λέσχη Θεσσαλονίκης καλείται την Κυριακή 15 Φεβρουαρίου να εκλέξει το νέο της Διοικητικό Συμβούλιο. Με αυτήν την αφορμή, ανατρέξαμε στα Χρονικά του Πόντου και ανασύραμε ένα άρθρο του Μιχαήλ Μεταλλείδη, γραμμένο το 1953.
Σε αυτό ο Μεταλλείδης αναδεικνύει τον σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε η ΕΛΘ κατά την πρώτη εικοσαετία της, τόσο για τον προσφυγικό ποντιακό ελληνισμό όσο και γενικότερα στη βόρεια Ελλάδα.
Εν ολίγοις, αυτό που λέει είναι ότι το να είναι κάποιος μέλος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης αποτελούσε τίτλο τιμής, παράσημο δηλωτικό του ποντιακού ήθους. Έγραφε (ιδιαίτερα γλαφυρά) ο Αργυρουπολίτης συγγραφέας, ποιητής και λαογράφος:
Ένα φωτεινό πέρασμα, ένας αλλόφωτος δρόμος, σαν λαμπερός γαλαξίας, σημειώνει την τροχιά του ποντιακού αστερισμού της συμπρωτευούσης, της θρυλικής Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, στο απέραντο στερέωμα των ιστορικών σωματείων του ελληνικού Βορρά.
Δημιούργημα μιας ομάδος διαλεχτών Ποντίων, ξεκινά από το έτος 1933, και συγκεντρώνει λίγο λίγο γύρω της όλη την Ποντιακή ζωτικότητα, για να εξελιχθή πολύ σύντομα σε εστία, σε βωμό του καλού, του ωραίου και του ιδανικού.
Στα προπολεμικά χρόνια προχωρεί, ανέρχεται, κατακτά και επιβάλλεται, σαν ένας κεντρικός φάρος του Ποντιακού Ελληνισμού, και με τον ενθουσιασμό και την δημιουργική πνοή των μελών της, γίνεται ο συνεχιστής των θρύλων, των εθίμων και των παραδόσεων της μακρυνής μα πάντα αξέχαστης πατρίδας μας.
Στη μαύρη περίοδο της Γερμανοϊταλικής του 1941 κατοχής, ξεφεύγει η προσπάθεια και η δράσι της από τα στενά πλαίσια των καταστατικών της υποχρεώσεων και επιδιώξεων, αγκαλιάζει με πίστι και με φανατισμό όλα τα σοβαρά προβλήματα που πιέζουν και ταλαιπωρούν τον λαό μας, κηρύττει το σάλπισμα της εθνικής σωτηρίας, επωμίζεται εις τον τομέα τον ιδικόν της τον αγώνα της εθνικής μας επιβιώσεως, και με πλήρη επίγνωσι των ιστορικών της ευθυνών, συνεχίζει τις υψηλές παραδόσεις των Ποντιακών γενεών του παρελθόντος, σκορπώντας ολούθε το άρωμα της συμπόνιας, της φιλανθρωπίας, του αλτρουισμού.
Βοηθεί τον φτωχό και άπορο συνάνθρωπο, σκύφτει με στοργή δίπλα στο προσκεφάλι του άρρωστου και ανήμπορου, και οργανώνει, με επιτυχία υποδειγματική, ολόκληρη σταυροφορία για την σωτηρία του πεινασμένου Ελληνόπουλου.
Η εθνικοκοινωνική αυτή δράσι της, την ανυψώνει στην ψυχή του Ποντιακού και Μακεδονικού γενικώτερα κόσμου, και τ’ όνομά της γίνεται ιδέα, γίνεται σύμβολο, γίνεται θρύλος.
Παράλληλα όμως με την δράσι της αυτή, καλλιεργεί και αναπτύσσει ο,τι καλό και ωραίο έχει να επιδείξη η Ποντιακή ιστορία και παράδοσι σε ήθη, σε έθιμα και σε λαογραφικό γενικώτερα υλικό, μέχρι του σημείου να θεωρείται και να είναι η Ποντιακή Μητρόπολις του Ελληνικού Βορρά.
Το τέλος του πολέμου και της ξενικής κατοχής η κατάλυσι, την βρίσκουν στητή και υπερήφανη στην θέσι της, έτοιμη για νέες θυσίες. για νέους αγώνες, για νέα επιτεύγματα.
Το τραγούδι του Πόντου, χάρις στις ιδικές της ενέργειες, ακούεται από τους Ραδιοφωνικούς Σταθμούς μας, απ’ άκρη σ’ άκρη της Ελληνικής γης.
Τα ήθη και τα έθιμα τα Ποντιακά διδάσκονται, αναπαριστάνονται και αναζούν, στις διαλέξεις και στα θεατρικά έργα παλαιών και νέων συγγραφέων, και το βήμα των διαλέξεών της το τιμούν εκλεκτοί επιστήμονες και λόγιοι της Ελληνικής διανοήσεως, με την ανάπτυξι και ανάλυσι διαφόρων ιστορικών, λαογραφικών και επιστημονικών μελετών.
Πρωτοπόρος σε κάθε Ποντιακή εκδήλωσι, διοργανώνει εορτές, τελετές, εκδρομές, συγκεντρώσεις, και γίνεται διαπρύσιος κήρυξ της Ποντιακής ενότητος.
Η ιστορία και η δράσι της αυτή, εκτός της τιμής που προσδίδει στα μέλη και στα κατά καιρούς Διοικητικά της Συμβούλια, αποτελεί εκ παραλλήλου και τίτλον τιμής για το Ποντιακόν γενικώτερα όνομα.
Δεν αρκείται όμως η Εύξεινος Λέσχη στα επιτεύγματα αυτά, και δεν περιορίζεται στα λίγα δαφνόκλαδα με τα οποία η δόξα την εστεφάνωσε. Αναζητεί και άλλους ορίζοντες, και επεκτείνει την ευεργετική δράσι της και σ’ άλλους τομείς της μεταπολεμικής πραγματικότητος.
Και ξεφεύγοντας (ίσως), όπως και κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής, από τα στενά πλαίσια των καταστατικών της περιορισμών, συλλαμβάνει την ιδέα, και πραγματοποιεί κατά το έτος 1952 το όνειρο της ιδρύσεως ενός φιλανθρωπικού Ιδρύματος, ενός Παιδικού Σταθμού, στην μεγάλη Ποντιακή εργατούπολι, στον Συνοικισμό Καλαμαριά της πόλεώς μας. Αστεγος αυτή, φροντίζει εν τούτοις για την στέγασι των αποκλήρων της τύχης, για την στέγασι και την περίθαλψι των ανηλίκων παιδιών της πτωχής εργαζομένης μητέρας. Και ο άθλος αυτός ο αξιοθαύμαστος, για τον οποίον έχουν δαπανηθή μέχρι στιγμής περί τα 240.000.000 δραχμών, έχει πραγματοποιηθή με τις φροντίδες και τους κόπους ολίγων και με την οικονομική ενίσχυσι ελαχίστων μόνον συμπατριωτών μας. Οι άλλοι, οι πολλοί, δεν έχουν επιβαρυνθή ούτε και μίαν ακόμη δραχμήν για την πραγματοποίησιν του μεγάλου αυτού έργου, ελπίζεται όμως, ότι θ’ αποτελέσουν την τιμητική εφεδρεία των δωρητών και συνδρομητών του, ούτως ώστε να ολοκληρωθή σύντομα, και να τεθή εις την υπηρεσίαν του κοινού το γρηγορώτερον.
Αυτή είναι εν περιλήψει η ιστορία και η δράσις της Ευξείνου Λέσχης Θεσ/νίκης, της Ποντιακής αυτής Μητροπόλεως του Ελληνικού Βορρά, για την οποίαν κάθε συμπατριώτης μας δικαιούται να σεμνύνεται και να υπερηφανεύεται.
Θεσ/νίκη 22.9.1953,
Μ. Α. Μεταλλείδης
















