Για δεύτερη απόφαση απέλασης από την Ελλάδα του Γιάννη-Βασίλη Γιαϊλαλί, γεννημένου ως Ιμπραήμ Γιαϊλαλί σε τουρκική μουσουλμανική οικογένεια -αλλά ανακάλυψε ότι έχει ποντιακές, χριστιανικές ελληνικές ρίζες- κάνει λόγο σε ανάρτησή του στο facebook ο αρθρογράφος του pontosNews.gr Παντελής Σαββίδης.
Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι η αίτηση του Γιαϊλαλί για άσυλο απορρίφθηκε λόγω κατηγοριών ότι έχει διαπράξει εγκλήματα πολέμου, παρά το γεγονός ότι δεν αντιμετωπίζει δίωξη στην Τουρκία, τη στιγμή που υπάρχουν 13 ενεργές υποθέσεις εις βάρος του, στις οποίες έχουν εκδοθεί εντάλματα σύλληψης.
Ειδικότερα, οι υποθέσεις αυτές σχετίζονται με:
- την αναγνώριση της Γενοκτονίας,
- την «προσβολή» του Ατατούρκ,
- και κατηγορίες ότι είναι μέλος του αποσχιστικού Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK).
Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του Σωματείου Δράσης «Νίκος Καπετανίδης» Γιώργος Γεωργιάδης, σε ανάρτησή του σχετικά με την καταγωγή του γεννημένου στην Τουρκία ακτιβιστή, υπογραμμίζει ότι υπάρχει έγγραφο από το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ το οποίο πιστοποιεί ότι μετά από λήψη δειγμάτων DNA Ελλήνων Ποντίων από τη Δράμα και την Κατερίνη, υπήρξε ταύτιση με το DNA του Γιαϊλαλί. Επιπλέον, έχει βαπτιστεί Ορθόδοξος Χριστιανός πριν από λίγα χρόνια στην Καλαμαριά με το όνομα Ελευθέριος και στη συνέχεια επέλεξε το επώνυμο Παρχαρίδης.
Πώς ανακάλυψε τις ποντιακές ρίζες του και πώς φθάσαμε ως εδώ
Σύμφωνα με το δημοσίευμα στην ιστοσελίδα του Π. Σαββίδη anixneuseis.gr, «ο Γιαϊλαλί πολέμησε το PKK κατά τη διάρκεια της υποχρεωτικής στρατιωτικής του θητείας, το 1994. Μετά από έξι μήνες στρατιωτικής θητείας, πυροβολήθηκε στο πόδι και έπεσε από ύψος 30 μέτρων κατά τη διάρκεια μάχης στην περιοχή Σιρνάκ. Συνελήφθη από το PKK, το οποίο τον περιέθαλψε μέχρι να αναρρώσει.
Η οικογένειά του ζήτησε κρατική βοήθεια για την απελευθέρωσή του, ωστόσο το αίτημα απορρίφθηκε, καθώς θεωρήθηκε προδότης λόγω της ελληνικής του καταγωγής. Έτσι αποκαλύφθηκε ότι η οικογένεια ήταν στην πραγματικότητα εξισλαμισμένοι και εκτουρκισμένοι Έλληνες, αφού μόνο ο τουρκικός στρατός διέθετε τέτοια αρχεία. Τελικά αφέθηκε ελεύθερος μετά από περίπου δυόμισι χρόνια κράτησης, ως εγγονός επιζώντα της Γενοκτονίας των Ελλήνων (1913–1923).
Αμέσως μετά την απελευθέρωσή του, συνελήφθη από τη Στρατιωτική Υπηρεσία Πληροφοριών της Χωροφυλακής και υποβλήθηκε σε ανακρίσεις, ψυχολογική πίεση και βασανιστήρια. Κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο PKK, λιποταξία και, αργότερα, για ένταξη σε «τρομοκρατική οργάνωση», εξαιτίας των καταγγελιών του στον διεθνή Τύπο για παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τον τουρκικό στρατό, όπως οι εμπρησμοί κουρδικών χωριών. Αν και τελικά αθωώθηκε, οι δικαστικές διαδικασίες διήρκεσαν έως το 2001.
“Μάθαμε ότι ο πατέρας του παππού μου λεγόταν Κονσταντίν. Το χωριό τους βρίσκεται στη Μπάφρα. Τα κρατικά αρχεία αναφέρουν επίσης ότι το κράτος επιτέθηκε και σκότωσε τον ελληνικό πληθυσμό εκεί. Ο Κωνσταντίνος δολοφονήθηκε και ο παππούς μου, που τότε ήταν τριών ετών, δόθηκε σε τουρκική οικογένεια αντί να μεταφερθεί σε ελληνικό ορφανοτροφείο“, είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο Siyasi Haber.
Ο ίδιος κατέθεσε ότι ο τουρκικός στρατός έκαψε κουρδικά χωριά και βασάνισε πολλούς που αρνήθηκαν να ενταχθούν σε αντικουρδικές πολιτοφυλακές. Ανακάλεσε επίσης ακρωτηριασμούς νεκρών ανταρτών του PKK. Η μονάδα του είχε ειδικά αναλάβει εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε κουρδικά χωριά, ενώ τους εμπρησμούς πραγματοποιούσαν κυρίως επαγγελματίες στρατιώτες. Ο ίδιος συμπλήρωσε ότι δεν συμμετείχε σε καμία από αυτές τις πράξεις.
Το ελληνικό υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου χρησιμοποίησε τη μαρτυρία του ως αυτόπτη μάρτυρα των εγκλημάτων του τουρκικού στρατού για να τον κατηγορήσει ως εγκληματία πολέμου και να απορρίψει το αίτημά του για άσυλο.
Το 2005 μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε αντιρρησίας συνείδησης, εντάχθηκε στην Ένωση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συμμετείχε σε κινητοποιήσεις αλληλεγγύης προς τους Κούρδους. Το 2010 φυλακίστηκε για έναν χρόνο με την κατηγορία της διάδοσης «τρομοκρατικής προπαγάνδας».
Η υπόθεση έφτασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο δικαίωσε τον Γιαϊλαλί και επιδίκασε αποζημίωση υπέρ του.
Στις 22 Απριλίου 2017 συνελήφθη εκ νέου, αυτή τη φορά επειδή τίμησε διαδικτυακά τις γενοκτονίες των Ελλήνων και των Αρμενίων. Του απαγγέλθηκαν τρεις κατηγορίες και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης ενός έτους και τριών μηνών.
Τελικά, αναγκάστηκε να διαφύγει από την Τουρκία στις 28 Ιανουαρίου 2019, όταν κατηγορήθηκε για «διεθνή κατασκοπεία». Οι τουρκικές αρχές τον θεωρούν Έλληνα κατάσκοπο. Ο ίδιος πιστεύει ότι η κατηγορία βασίστηκε στις δηλώσεις του στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και στις δημόσιες αναρτήσεις του υπέρ της Ελλάδας — χαρακτηριστικό παράδειγμα η πρότασή του να κλείσει το σπίτι του Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη, ως απάντηση στην ισλαμοποίηση της Αγίας Σοφίας.
Κατέληξε τελικά στην Ελλάδα. Μια χώρα που θα έπρεπε να αποτελεί πατρίδα και καταφύγιο για όλους τους Έλληνες, ακόμη και για εκείνους που γεννήθηκαν πιστεύοντας λανθασμένα ότι ήταν Τούρκοι. Ο Γιάννης ζει ειρηνικά στην Ελλάδα από το 2019. Υπηρέτησε μόλις έξι μήνες στον τουρκικό στρατό στα μέσα της δεκαετίας του 1990 και έκτοτε έχει αφιερώσει δεκαετίες στην ειρηνική δράση και τον ανθρωπισμό.
Οφείλει να είναι ασφαλής στην Ελλάδα — όχι να παραδοθεί ξανά στην Τουρκία, όπου είναι βέβαιο ότι θα φυλακιστεί. Επιλύστε το ζήτημα, κύριε Πλεύρη» καταλήγει το δημοσίευμα του Π. Σαββίδη.
















