Κοντάκιο του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού με ακροστιχίδα «ποίημα Ρωμανού του ταπεινού». Διαβάστε το Μέρος Α’.
Ελεύθερη απόδοση στη σύγχρονη μορφή της γλώσσας μας από τον Θεόφιλο Πουταχίδη.
η’. Κι έτσι, μόλις κατάλαβαν του Λυτρωτή οι απόστολοι, πως έρχεται το σούρουπο κι ο ήλιος
της ημέρας στη δύση πάει να κρυφτεί, πήγαν σ’ Αυτόν με βιάση.
«Δάσκαλε», Του φωνάζουνε, «η μέρα κατηφόρισε, ζυγώνει πια το βράδυ
»κι όλος ο κόσμος που είν’ εδώ έλιωσε απ’ την πείνα.
»Είμαστε μες στην ερημιά, όπως καλά το ξέρεις.
»Τελειώσαμε για σήμερα, πες τους, κι απόλυσέ τους προτού η νύχτα να μας βρει.
»Κι ας πάνε στα χωριά τους· ακόμα προλαβαίνουνε ψωμάκι ν’ αγοράσουν, για να μη μείνουν νηστικοί,
»γιατί δεν την αντέχουνε αυτοί τέτοια νηστεία,
»όπως εμείς που έχουμε δύναμη που μας έδωσες Εσύ για να αντέχουμε, ως
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
θ’. »Όλου του κόσμου είσαι Εσύ ο μέγιστος Σωτήρας, και σ’ όλους γνώση χάρισες και όλους τους διδάσκεις.
»Έθρεψες όλον το λαό με λόγους αληθείας
»και τους ανθρώπους οδηγείς σε δρόμο σωτηρίας,
»νου και καρδιά φωτίζοντας, ώστε να καταλάβουνε δικαιοσύνη τι θα πει.
»Όμως, κι αν την ψυχή τους έθρεψαν και χόρτασαν πνευματικά,
»θα πρέπει και το σώμα τους κάπως να το φροντίσουν ‒
»ιδίως τα μωρά παιδιά με τις μανάδες τους μαζί.
»Έχοντας τούτα εμείς στο νου, γι’ αυτούς ενδιαφερόμαστε και Σε παρακαλούμε
»να τους ταΐσεις, Λυτρωτή, καθώς υπάρχεις για όλους ως
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
ι’. »Αλλά όμως, Κύριε, βλέπουμε πόση αγάπη έχουν για Σένανε οι άνθρωποι,
»γιατί ετούτοι αγαπούν τα λόγια τα δικά Σου πιότερο από όσες βρίσκουν καλοπεράσεις στη ζωή.
»Μα αν νυχτώσει και αυτοί θελήσουν να γυρίσουν, να παν πίσω στα σπίτια τους,
»τρόπος κανείς δεν είναι να βρουν ψωμί στην έρημο·
»και όπως είναι φυσικό, απ’ την πείνα την πολλή δεν πρόκειται ν’ αντέξουν ‒ τα πόδια δεν θα τους βαστούν, θα πέσουν όλοι κάτω.
»Τελειώσαμε για σήμερα, πες τους, κι απόλυσέ τους, γιατί ανησυχούμε πολύ μ’ αυτούς τι θα γενεί.
»Ας φύγουν τώρα για να παν να πάρουν κάτι για να φαν, πριν να τους πιάσει η νύχτα.
»Βλέπεις, λοιπόν, πόσο καλά, όλους τους μαθητές Σου μα και τους αποστόλους Σου,
»με όλους να συμπάσχουμε μας έχεις Συ διδάξει; Γιατί υπάρχεις για όλους μας, ως
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος».
ια’. Και τώρα ας ακούσουμε με προσοχή μεγάλη ο Κύριος τι απάντησε σ’ αυτά στους μαθητές Του:
«Αφού προβληματίζεστε, δώστε τροφή, δώστε ψωμί σε όλους τους πεινασμένους.
»Δεν είναι ανάγκη αυτοί να παν σ’ άλλους για ν’ αγοράσουν τα τρόφιμα που θέλουνε.
»Εδώ να τους ταΐσετε! Τροφή σ’ όλους προσφέρετε χαρούμενα, με ζήλο».
Μ’ αμέσως Του ανταπάντησαν, τότε αυτοί και είπαν:
«Ο όχλος που έχει μαζευτεί εδώ και σε ακούει, είναι στ’ αλήθεια αμέτρητος!
»Ακόμα και να θέλαμε, Οικτίρμονα ‒να ξέρεις‒, ψωμιά να αγοράσουμε,
»θέλει δηνάρια πολλά ‒διακόσια δεν θα φτάσουν‒ ώστε να φάνε όλοι αυτοί.
»Δεν είναι όλοι σαν κι Εσέ· Εσύ μόνον υπάρχεις ως
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
ιβ’. »Απ’ ό,τι, όμως, ξέρουμε ‒και την αλήθεια από Σε, Δάσκαλε, δεν θα κρύψουμε‒
»όσο και να μάς ψάξεις, ψωμάκι κριθαρένιο είναι το μόνο που θα βρεις· πέντε ψωμιά μας βρίσκονται, αυτά είναι όλα κι όλα.
»Δεν είναι καν δικά μας· κανείς μας δεν κουβάλησε, δεν έφερε μαζί του, κάτι σ’ αυτήν ερημιά.
»Ένα παιδί ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν έρθει, είναι που τα κουβάλησε.
»Αυτά μονάχα είναι· και τρόπος δεν υπάρχει, Φιλάνθρωπε, να βρούμε, εδώ που τώρα είμαστε, λύση γι’ αυτό το πράγμα.
»Γιατί, αλήθεια είναι πολλοί, είναι μεγάλο πλήθος. Γιά δες τους, Πανοικτίρμονα, που μετρημό δεν έχουν!
»Πού να τους φτάσουνε αυτούς, τούτοι οι πέντε άρτοι;
»Α, ναι, ξεχάσαμε κι αυτό· κοντά σε τούτα τα ψωμιά, υπάρχουν και δυο ψάρια.
»Μα τι να πούμε τώρα εμείς; Εσύ μονάχα το μπορείς λύση σ’ αυτό να δώσεις. Σπεύσε να τους ταΐσεις, καθώς υπάρχεις για όλους μας, ως
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος».
ιγ’. Σαν άκουσε τα λόγια αυτά που είπαν οι μαθητές Του,
τους ανταπάντησε ο Χριστός κι αυτά είναι που τους είπε: «Είσαστε γελασμένοι, γιατί δεν το χωνέψατε καλά αυτό το πράγμα:
»του κόσμου ο Κτίστης είμαι εγώ και νοιάζομαι και προνοώ, βεβαίως, για τον κόσμο.
»Δεν βλέπω εγώ ξεκάθαρα τώρα το τι χρειάζεται τούτο εδώ το πλήθος;
»Λέτε τον ερημότοπο τριγύρω δεν τον βλέπω; Ούτω τον ήλιο βλέπω εγώ καθώς πάει να δύσει;
»Μα εγώ είμαι που καθόρισα τη διαδρομή του ήλιου.
»Γνωρίζω και τι κούραση έχει αυτό το πλήθος
»και τι θα κάνω εγώ γι’ αυτούς κι αυτό καλά το ξέρω.
»Θα επιληφθώ ο ίδιος και θα φροντίσω εγώ γι’ αυτήν την πείνα που ’χει ο κόσμος, καθώς υπάρχω για όλους, ως
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος.
ιδ’. »Ξεχνιέστε μερικές φορές και λογαριάζετε για εμέ μόνο με μέτρα ανθρώπινα και πέφτετε σε σφάλματα όπως κάνατε τώρα.
»Νά που παραγνωρίσατε ότι όσα είναι να γίνουν
»τα ξέρω ήδη από πριν ως Δέσποτας των όλων· ακόμα και τα πιο κρυφά, όλα τα προγνωρίζω.
»Πριν από εσάς γνωρίζω πως δεν σας βρίσκεται ψωμί.
»Έτσι, τη γνώμη μου κι εγώ μαζί με τη δική σας ωραία τη συνταίριαξα την ώρα που σας είπα:
»“Σ’ όλους που βρίσκονται εδώ, δώστε τροφή να φάνε”.
»Ανησυχείτε άδικα, καθώς το συλλογίζεστε με λογική ανθρώπινη.
»Γιατί προβληματίζεστε, λοιπόν, βρε μαθητές μου,
»λες και δεν το γνωρίζετε πως σε αφθονία πάντοτε προσφέρομαι σε όλους, ως
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος;
ιε’. »Καθόλου δεν θυμάστε, τότε που κάτι ήθελε η Μητέρα μου η Παρθένος
»‒στους γάμους, λέω, της Κανά. Θυμάστε πώς το ζήτησε; Αυτό είναι που μου είπε: “Γιε μου,
»δεν έχουνε κρασί, αυτοί εδώ που κάνουνε γαμήλιο τραπέζι”;
»Όπως, λοιπόν, εισάκουσα το αίτημά Της τότε εγώ, ως Μάνα μου που είναι,
»και ως Θεός μετέβαλλα τη φύση των υδάτων
»και δωρεάν τους έδωσα κρασί που δεν χρειάστηκε αμπέλι για να γίνει,
»έτσι και τώρα το μπορώ άμεσα να ταΐσω
»μ’ ένα μου νεύμα μοναχά όλον αυτόν τον κόσμο.
»Εγώ είμαι η Άμπελος, και για όσους πεινασμένους είμαι και τους προσφέρομαι και
»Άρτος επουράνιος, αθανασίας Άρτος».
















