Με τις ελληνικές ταινίες που παίζονται καθημερινά, ο Γιώργος Βρασιβανόπουλος έχει γίνει οικείο πρόσωπο και στις νεότερες γενιές. Απέδειξε ότι ένας καλός δευτεραγωνιστής έχει ισάξια αναγνωρισιμότητα και θαυμασμό όπως και οι πρωταγωνιστές.
Ταυτίστηκε με ρόλους πλούσιου ή καλομαθημένου νεαρού που αρκετές φορές ερχόταν σε κόντρα με τον πρωταγωνιστή που ήταν ή ζεν πρεμιέ ή λαϊκός ήρωας. Αυτά στον παλιό κλασικό κινηματογράφο, γιατί στο θέατρο και στις μετέπειτα ταινίες υποδύθηκε άλλους ρόλους.
Εκτός πλατό ο Γιώργος Βρασιβανόπουλος ήταν ένας άνθρωπος, με γνώση, κουλτούρα και πολύ αγαπητός στους συναδέλφους του.
Για τους τελευταίους, είχε δώσει ότι μπορούσε από το πόστο του ΣΕΗ καθώς υπήρξε σύμβουλος όχι μόνο στο Σωματείο αλλά και στο ταμείο του Ταμείου Αλληλοβοήθειας Ηθοποιών. Επίσης ήταν και αντιπρόεδρος της Ένωσης Συνταξιούχων Ηθοποιών. Όπως βλέπετε ο συνδικαλισμός ήταν κάτι στο οποίο αφοσιώθηκε όχι μόνο με λόγια, αλλά και με έργα. Αλλά και στην ζωή του, η ιδεολογία και η προσφορά ήταν πάντα η προτεραιότητά του.

Από το Εθνικό, στα κινηματογραφικά πλατό
Υπήρξε απόφοιτος της δραματικής σχολής του Εθνικού Θεάτρου –αν και τελείωσε σχετικά μεγάλος, στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Το γιατί θα το δείτε παρακάτω. Η πρώτη επαγγελματική του εμφάνιση έγινε στο Θέατρο Κυβέλης, στον ρόλο του Φερδινάνδου στον Έγκμοντ του Γκαίτε, με την Ελληνική Σκηνή του Δημήτρη Ροντήρη. Δυνατή αρχή και εξαιρετική συνέχεια! Ακολούθησαν συνεργασίες με θιάσους όπως του Τζάβαλα Καρούσο, της Κυβέλης και της κυρίας Κατερίνας.
Λίγο αργότερα μπαίνει στο θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη και μάλιστα στα τρία τελευταία έργα που ανέβασε ο θίασος του μεγάλου ηθοποιού. Ο γαμπρός μου, ο δικηγόρος, Κάθε πράγμα στον καιρό του και το κύκνειο θεατρικό του Λογοθετίδη, το Η δε γυνή να φοβήται τον άντρα.
Το 1957 παίζει στην πρώτη του ταινία, που πλέον θεωρείται ταινία-φάντασμα. Είχε τον τίτλο Ξαναγύρισε αγάπη μου και ήταν ελληνοϊταλική παραγωγή. Η τύχη της ταινίας αγνοείται από τότε που ολοκλήρωσε την πρώτη της προβολή στις κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ η σκηνοθεσία ήταν του Άρη Μαρνέζου και του Ιταλού Κρίστο Φράνκο.
Ευτυχώς η επόμενη ήταν οι Διακοπές στην Αίγινα με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Από τότε συνέχισε κανονικά στο σινεμά με ίσως την καλύτερη ή την πιο κλασσική του ερμηνεία ως ο «Γιαννάκης, ο γρουσούζης», ο υποψήφιος γαμπρός της Ρένας Βλαχοπούλου στην Χαρτοπαίκτρα.
Όπως είδατε ο γεννηθείς το 1924, ξεκίνησε την καριέρα του γύρω στα 27 του χρόνια. Η αιτία ήταν τα πολιτικά του φρονήματα.
Στη Μακρόνησο
Το 1949, ως δηλωμένος Τροτσκιστής εξορίστηκε στην Μακρόνησο. Εκεί ξεδίπλωσε τα ενδιαφέροντα και το ταλέντο του στο θέατρο. Συγκεκριμένα είχε συμμετάσχει στις παραστάσεις Μέρες Δίχως Τέλος του Ευγένιου Ο’ Νηλ, Γκόλφω του Περεσιάδη, Έμπορος της Βενετίας του Σέξπιρ, Μπόρα του Κωστή Βελμύρα και κάμποσες ακόμη – σύμφωνα με τα έντυπα της Μακρονήσου.
Φυσικά δεν ήταν το θέατρο η βασική του απασχόληση, αλλά οι… πέτρες και το σπάσιμό τους. Συγκεκριμένα είχε βρεθεί στο δεύτερο και τρίτο Τάγμα Σκαπανέων, όπου μάλιστα είχε γράψει τι είχε περάσει. Το παρακάτω περιστατικό το είχε γράψει ο ίδιος και είχε δημοσιευτεί λίγο μετά το θάνατο του, στο τροτσκιστικό περιοδικό Σπάρτακος.
«Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά κουβαλούσα πέτρα μοναχός μου, με τη συνοδεία ενός αλφαμιτάκου (σ.σ. αλφαμίτης: στρατιώτης ή υπαξιωματικός που υπηρετεί στην Αστυνομία Μονάδας του στρατοπέδου). Ανέβαζα την πέτρα ως κάποιο σημείο, την κατέβαζα και πάλι την ξανανέβαζα και πάει λέγοντας. Και με ξυπόλητο το ένα πόδι δεν ήταν καθόλου ευχάριστα. Κι αυτό το βλαχάκι πίσω μου όλο και μου ’δινε με τη ζωστήρα. Έκανε ζέστη. Σίγουρα ούτε σ’ εκείνον θα ’κανε κέφι ν’ ανεβοκατεβαίνει άσκοπα, μόνο και μόνο για να παρακολουθεί αν εκτελούσα σωστά το έργο, που μου είχαν αναθέσει. Έμοιαζε με αγωγιάτη, που καβάλα στο γαϊδούρι τού ’δινε κάθε τόσο κι από μια, όχι δυνατή, αλλά έτσι, για να μην αποκοιμηθεί. Κι ο αλφαμιτάκος μου το ίδιο. Δεν μ’ έδερνε με κακία. Μόνο για να μου θυμίζει ότι έπρεπε να προχωράω. Το πόδι μου κόντευε να πληγιάσει. Κι εκείνο το “χάιδεμα” της ζωστήρας ήταν τόσο εξευτελιστικό.
»Ξαφνικά δεν άντεξα. Γύρισα απότομα και ήρθαμε φάτσα με φάτσα. Τα μάτια μου πρέπει να είχαν γεμίσει χολή. Εκείνος τρόμαξε. Έκανε δυο βήματα πίσω. Του είπα μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου: “Μη βαράς ρε!”. Ένοιωσα ότι είχε χεστεί πάνω του. Ίσως φοβήθηκε πως θα του ’φερνα την πέτρα που κουβαλούσα κατακέφαλα.
»Τόλμησε μόνο και μου είπε ξέψυχα: “Θα σε αναφέρω στη Διοίκηση”. Τον κοίταξα για λίγο ακόμα και μετά του γύρισα τη ράχη και συνέχισα το ανέβασμα. Δεν τόλμησε να με ξαναγγίξει, μήτε και μου ’πε πως θα ’πρεπε ν’ ανοίξω το βήμα μου».
Καταλάβατε γιατί άργησε να ξεκινήσει η καριέρα του.

Στους αγώνες
Τη σεζόν ’68-’69, επί χούντας έπαιξε στο θέατρο πάλι δίπλα στην κυρία Κατερίνα και τον Αλέκο Αλεξανδράκη στην αστυνομική κωμωδία Κάποιος είναι στην πόρτα. Τότε για μια δεκαετία περίπου θα σταματήσει από το θέατρο, για προφανείς λόγους. Επέστρεψε το 1979 στην παιδική σκηνή του θεάτρου Μπροντγουεϊ στο έργο Ο Καπετάν Φασαρίας του Γεράσιμου Σταύρου. Το ίδιο συνέβη και στον κινηματογράφο.
Εκείνα τα χρόνια προτίμησε να είναι στα μετόπισθεν. Έτσι εργάστηκε στο ραδιόφωνο ως παραγωγός και συγγραφέας διαφόρων πολιτιστικών και ιστορικών εκπομπών. Παράλληλα έγραψε σενάρια αλλά υπέγραψε και θεατρικές μεταφράσεις.

Στον κινηματογράφο επέστρεψε κυρίως στις ταινίες του Θόδωρου Μαραγκού, ενώ στην τηλεόραση έπαιζε μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Ιδεολόγος, μαχόταν για τα κοινά του κλάδου του και δεν είναι λίγοι οι ηθοποιοί που τον θυμούνται μπροστάρη σε πορείες αλλά και διεκδικήσεις. Αλλά ήταν και ένας άνθρωπος με χιούμορ και φινέτσα που μάλιστα διοργάνωνε και εκδρομές για τους συνταξιούχους συναδέλφους του.
Έφυγε από τη ζωή το Σάββατο 10 Φεβρουαρίου 1998 σε ηλικία 74 ετών, ύστερα από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο.

Σπύρος Δευτεραίος
















