Θλίψη σκόρπισε η είδηση του θανάτου του Γιώργου Παρχαρίδη, μιας κορυφαίας και εμβληματικής προσωπικότητας του ποντιακού κινήματος και της επιστημονικής κοινότητας. Ο ομότιμος καθηγητής Ιατρικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, με καταγωγή από το Πρωτοχώρι Κοζάνης, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο έργο και μια παρακαταθήκη ήθους, αγώνα και προσφοράς.
Επίτιμος πρόεδρος και συνιδρυτής της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος, καθώς και επίτιμος πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ποντίων Ελλήνων, ο Γιώργος Παρχαρίδης υπήρξε ένας ακούραστος αγωνιστής για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων, όχι με στόχο τη δόξα, αλλά με βαθιά πίστη στη δικαιοσύνη και στη συλλογική μνήμη.
Παράλληλα, ως γιατρός, υπηρέτησε τον άνθρωπο με αυταπάρνηση και ισότητα, χωρίς διακρίσεις, με μοναδικό γνώμονα την ανακούφιση του πάσχοντος. Ως δάσκαλος, ενέπνευσε γενιές φοιτητών. Ως Πόντιος, στάθηκε όρθιος, βαθιά δεμένος με τις ρίζες, την ιστορία και την ψυχή του τόπου.
Ιδιαίτερα συγκινητικό ήταν το δημόσιο «αντίο» της Βούλας Πατουλίδου, η οποία τον αποχαιρέτησε με λόγια καρδιάς, συνοδεύοντας την ανάρτησή της με μια κοινή τους φωτογραφία από το παρελθόν. Όπως έγραψε:
«Έχε γεια θεριό. Έχε γεια μεγάλε Παρχαρίδη. Σε χαιρετώ με τα χέρια ψηλά, όπως τότε που με μύησες στα Παρχάρια του Πόντου· εκεί όπου η μνήμη γίνεται τραγούδι και η ψυχή στέκεται όρθια. Σε χαιρετώ με βαθύ θαυμασμό για όσα όρισες και για όσα τίμησες με τη ζωή και τη στάση σου. Χαιρετώ τον μεγάλο γιατρό που έσκυβε με πάθος πάνω σε κάθε ασθενή, χωρίς καμία διάκριση, με μόνη του έγνοια τον άνθρωπο. Χαιρετώ τον μεγάλο Πόντιο που έδωσε αγώνα ακούραστο για την αναγνώριση της Γενοκτονίας, όχι για τη δόξα, αλλά για τη δικαιοσύνη και τη μνήμη. Χαιρετώ τον φίλο που δεν ήθελε λόγια – ένα βλέμμα ήταν πάντα αρκετό.
Και τέλος, χαιρετώ τον άνθρωπο που μου χάρισε είκοσι χρόνια παραπάνω κοινής ζωής με τον Δημήτρη μου. Δώρο ανεκτίμητο, που θα κουβαλώ όσο αναπνέω. Ήρθε η ώρα να συναντήσεις τη Φούλα σου. Να πιείς κι ένα τσιπουράκι με τον Δημήτρη. Να τα ψέλνετε στην τρελοπόντια όσο θέλετε… Εγώ θα σας ακούω και θα χαμογελώ. Έχε γεια τεράστιε Παρχαρίδη».
















