Δεν άκουσε τις συμβουλές των φρονίμων. «Έχεις γυναίκα και παιδιά, Περρίκο». «Η ζωή μας ανήκει στην Ελλάδα», ήταν η απάντησή του.
Σαν σήμερα, στις 4 Φεβρουαρίου 1943, ο Κώστας Περρίκος εκτελέστηκε από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής στο Σκοπευτήριο Καισαριανής. Μαζί του έπεφτε ένας από τους πιο καθαρούς και ασυμβίβαστους πυρήνες της ελληνικής Αντίστασης.
Αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, γεννημένος τον Απρίλη του 1905 στην Καλλιμασιά της Χίου, ήταν γιος του Δημήτριου Περρίκου και της Ανθής, το γένος Στεφανίδη.

Η παιδική του ηλικία σημαδεύτηκε από ανατροπές: μετά το χωρισμό των γονιών του, από δύο ετών τον ανέθρεψαν δύο καλόγριες, αδελφές του πατέρα του, στο μοναστήρι του χωριού. Στα 11 του χρόνια έχασε τον πατέρα του, που πέθανε στη Νέα Υόρκη.
Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια, στην ακμαία ελληνική παροικία της εποχής. Έμαθε αγγλικά «δι’ αλληλογραφίας», και επίσης δι’ αλληλογραφίας σπούδασε αεροπλοΐα – μια λεπτομέρεια που δείχνει πείσμα, αυτοπειθαρχία και φιλομάθεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1925 για τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις, γράφτηκε στη Σχολή Αεροπλοΐας και ήδη από το 1927 ήταν πτυχιούχος οδηγός αεροπόρος.
Το 1932 ονομάστηκε ανθυποσμηναγός. Το 1929 είχε παντρευτεί τη Μαρία Δεληγεώργη, με την οποία απέκτησαν τρία παιδιά – το 2003 ο Δημήτρης, ως επιθεωρητής όπλων του ΟΗΕ συμμετείχε στις έρευνες για πυρηνικά όπλα στο Ιράκ.
Σταθμός στη ζωή του ήταν η γνωριμία του, το 1934, με τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Ενεργοποιήθηκε πολιτικά, αρθρογραφούσε, μιλούσε για εθνική άμυνα και οικονομία και επέμενε πως η Πολεμική Αεροπορία δεν ήταν αξιόμαχη, ζητώντας αναδιοργάνωση, ίδρυση κρατικής αεροβιομηχανίας και απεξάρτηση από ξένες πολιτικές και οικονομικές επιρροές στην επιλογή αεροσκαφών. Αυτή η στάση του είχε κόστος: παρότι δικαιώθηκε δικαστικά, αποτάχθηκε το 1935.
Η συνέχεια δείχνει πόσο αταλάντευτη ήταν η ιδέα του «καθήκοντος». Το 1938, βλέποντας να πλησιάζει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ζήτησε να του επιτραπεί να ανακτήσει το δικαίωμα να πολεμήσει «υπέρ της Ελλάδος».
Με την κήρυξη του πολέμου, επανήλθε αμέσως: «Ως ήτο φυσικό την πρωΐαν της 28ης Οκτωβρίου παρουσιάσθην αυθορμήτως…», έγραφε, ζητώντας να υπηρετήσει «υφ’ οιανδήποτε ιδιότητα». Η αίτηση έγινε δεκτή και προωθήθηκε στο μέτωπο.

Από εκεί, σε επιστολή του τον Νοέμβριο του 1940, αποτυπώνει τη βαθύτερη ψυχική του κατάσταση:
«Είμαι καλά. Οι δυο αυτές λέξεις δεν έχουν πια το στερεότυπο νόημά τους. Είμαι ευτυχισμένος και μαζί περήφανος. Ανήκω σ’ εκείνους που με ένα μεγαλειώδη, με έναν ελληνοπρεπή τρόπο αγωνίζονται. Στους εργάτες μιας νέας εποχής, της ελληνικής ιδέας».
Μετά την κατάρρευση του μετώπου, το 1941, θεωρήθηκε απολυθείς. Και εκεί, μέσα στη συντριβή και την πείνα της Κατοχής, άρχισε η πιο αποφασιστική στροφή του: ίδρυσε μια από τις πρώτες αντιστασιακές ομάδες και σύντομα την Πανελλήνιο Ένωσι Αγωνιζομένων Ελλήνων (ΠΕΑΝ).
Μαζί με την παράνομη ενημέρωση, η ΠΕΑΝ είχε και σαφή στόχο: σαμποτάζ κατά του κατακτητή. Δημιουργήθηκε ο «Ουλαμός Καταστροφών», με επικεφαλής τον ίδιο.

Η κορυφαία στιγμή ήρθε στις 20 Σεπτεμβρίου 1942, με την ανατίναξη των γραφείων της φιλοναζιστικής ΕΣΠΟ στη διασταύρωση Πατησίων και Γλάδστωνος. Το πλήγμα ήταν τεράστιο και προκάλεσε ανθρωποκυνηγητό.
Όπως έγραφε η παράνομη εφημερίδα Δόξα, όργανο της ΠΕΑΝ, ο Κώστας Περρίκος ήταν «μικρόσωμος, λεπτός, γελαστός και μειλίχιος στους τρόπους – έμοιαζε περισσότερο ποιητής και λιγότερο επαναστάτης, αλλά έκλεινε μέσα στην ψυχή του την Ελλάδα».
Και κυρίως: «Άμα ένιωθε, πίστευε και πειθόταν πως έπρεπε να γίνει κάτι, το αναλάμβανε ο ίδιος… και αφού αποφάσιζε και το αναλάμβανε δεν σταματούσε πια ούτε μπροστά στο θάνατο».
Στις 11 Νοεμβρίου 1942, ύστερα από προδοσία, συνελήφθη στην Καλλιθέα με συναγωνιστές του. Καταδικάστηκε από γερμανικό στρατοδικείο στις 31 Δεκεμβρίου 1942 «τρις εις θάνατον» και κρατήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ, στο κελί των μελλοθανάτων. Η οικογένειά του τον επισκέφθηκε στις 23 Ιανουαρίου 1943 – τελευταία φορά.
Το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου οδηγήθηκε στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής. Με ψυχραιμία μίλησε στους παριστάμενους Γερμανούς αξιωματικούς: «Δεν αισθάνομαι τίποτα εναντίον σας. Εσείς κάνατε το καθήκον σας. Ομοίως έκανα κι εγώ το δικό μου». Λίγο πριν πέσει από τις σφαίρες, αναφώνησε «Ζήτω η Ελλάς!».

Η Δόξα περιέγραψε το πώς η είδηση «πέρασε» μέσα από την Αθήνα: «Με λίγα ψυχρά κι ασχημάτιστα λόγια» ανακοινώθηκε η εκτέλεση ενός μεγάλου Έλληνα – και «άνδρες, γυναίκες και παιδιά… συνταράχθηκαν ξαφνικά».
Για τη μορφή του έγραφε ακόμη: «Ήταν μεγάλος, απλοϊκός, αγαθός. Απέφευγε τις διαφημίσεις, περιφρονούσε το θάνατο, λάτρευε την Ελλάδα». Και έκλεινε σαν παρακαταθήκη: «Μη λησμονείτε. Γιατί η ιδέα εκείνη και η χώρα θέλουν πολλούς ακόμα ήρωες».
Λίγους μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο του 1943, το υπουργείο Αεροπορίας τον επανέφερε στην επετηρίδα και τον προήγαγε επ’ ανδραγαθία.
Το 1987 αποκαλύφθηκε προτομή του στο σημείο της ανατίναξης της ΕΣΠΟ – ένα έργο του γλύπτη Μιχάλη Κάσση. Κάθε χρόνο, την ημέρα της εκτέλεσής του, τη μνήμη του την τιμούν και στη γενέτειρά του.
Όμως η πιο συμπυκνωμένη «επιγραφή» για τον Περρίκο μένει η φράση που είπε όταν τον προέτρεπαν να σκεφτεί την οικογένειά του: η ζωή του δεν ανήκε στον ίδιο. Ανήκε στην Ελλάδα.
















