Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν και αφήνουν πίσω… σιωπή. Και υπάρχουν και εκείνοι που συνεχίζουν να μιλούν – μέσα από το έργο τους, τη στάση ζωής τους, το αποτύπωμα που άφησαν στον κόσμο και στους ανθρώπους που τους γνώρισαν. Σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία ανήκει ο Γιώργος Παρχαρίδης.
Η είδηση του θανάτου του σκόρπισε συγκίνηση στον ποντιακό ελληνισμό και στην πανεπιστημιακή κοινότητα, όχι μόνο γιατί έφυγε ένας διακεκριμένος επιστήμονας, αλλά γιατί χάθηκε ένας άνθρωπος που έζησε με βαθιά συναίσθηση καθήκοντος. Ένας γιατρός που υπηρέτησε τον άνθρωπο, ένας δάσκαλος που μετέδωσε γνώση και ήθος, ένας αγωνιστής που δεν διαπραγματεύτηκε ποτέ τη μνήμη και την ιστορική αλήθεια του Πόντου.
Για περισσότερα από 50 χρόνια βάδισε έναν δρόμο απαιτητικό, συχνά ανηφορικό, συνδέοντας την επιστήμη με την προσφορά και την προσωπική του διαδρομή με τη συλλογική μοίρα ενός λαού. Και το έκανε με πάθος, αξιοπρέπεια και συνέπεια.
Καρδιολόγος, πανεπιστημιακός δάσκαλος, επίτιμος πρόεδρος και συνιδρυτής της Παμποντιακής Ομοσπονδίας Ελλάδος, όπως και επίτιμος πρόεδρος της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης και της Διεθνούς Συνομοσπονδίας Ποντίων Ελλήνων, υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές μορφές του ποντιακού χώρου.
Γεννημένος το 1942 στο Πρωτοχώρι Κοζάνης, από γονείς Πόντιους πρόσφυγες, δεν ξέχασε ποτέ την καταγωγή του ούτε τις δυσκολίες που σημάδεψαν τη γενιά του. Οι διακρίσεις που έζησε τόσο ο ίδιος όσο και οι συνομήλικοί του ως παιδιά προσφύγων δεν τον λύγισαν· αντίθετα, ατσάλωσαν τη θέλησή του και τον ώθησαν να προχωρήσει με επιμονή και πίστη στις αξίες του.

«Από τα καπνοχώραφα του Πρωτοχωρίου και την Κοζάνη έφτασε στα ύψιστα αξιώματα της ιατρικής και της καρδιολογίας και υπηρέτησε τα κοινά των Ποντίων για πέντε δεκαετίες από όλες τις θέσεις ευθύνης που βρέθηκε», γράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Κιούσης στον πρόλογο του αυτοβιογραφικού βιβλίου Όλη μου η ζωή – 50 χρόνια οδοιπορίας στην παράδοση και τον πολιτισμό του ποντιακού ελληνισμού.
Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, από όπου αποφοίτησε το 1967. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές και μετεκπαίδευση στην καρδιολογία στο Χάμερσμιθ του Λονδίνου, ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 1978 και ακολούθησε μια σπουδαία πανεπιστημιακή διαδρομή. Το 1982 εξελέγη λέκτορας, το 1985 επίκουρος καθηγητής, το 1993 αναπληρωτής και, από το 2001, τακτικός καθηγητής Καρδιολογίας. Το 2006 ανέλαβε τη διεύθυνση της Α’ Καρδιολογικής Κλινικής του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ.
Το επιστημονικό του έργο υπήρξε πλούσιο και αναγνωρισμένο: δεκάδες δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή περιοδικά, συμμετοχή σε επιστημονικές εταιρείες και ιδρυτικό μέλος φορέων που άφησαν το δικό τους στίγμα στον χώρο της καρδιολογίας. Ωστόσο, για τον ίδιο η Ιατρική δεν ήταν ποτέ αποκομμένη από τον άνθρωπο και την κοινωνία.
Παράλληλα με την ακαδημαϊκή του πορεία, παρέμεινε σταθερά παρών στα ποντιακά πράγματα. Από πρόεδρος της Ένωσης Ποντίων Φοιτητών στα φοιτητικά του χρόνια, έως την ηγετική του παρουσία στην Παμποντιακή Ομοσπονδία Ελλάδος, εργάστηκε με πάθος για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, για τη διδασκαλία της Ιστορίας του ποντιακού ελληνισμού, τη διατήρηση της ποντιακής διαλέκτου, τη στήριξη των νεοπροσφύγων και την αναμόρφωση του διοικητικού καθεστώτος του Ιδρύματος Παναγία Σουμελά.
«Οι διακρίσεις που έζησε τόσο αυτός όσο και όλη η γενιά του ως απόγονοι προσφύγων δεν ήταν λίγες», σημειώνει ο δημοσιογράφος Φόρης Πεταλίδης. «Απέδειξαν όμως πως τα παιδιά των Ελλήνων προσφύγων του Πόντου μπορούν, παρ’ όλες τις δυσκολίες, να καταφέρουν και να κρατήσουν υπερήφανα την ελληνική σημαία».

Το βιβλίο του Όλη μου η ζωή – 50 χρόνια οδοιπορίας στην παράδοση και τον πολιτισμό του ποντιακού ελληνισμού» μοιάζει σήμερα με έναν απολογισμό ζωής, αλλά και με μια παρακαταθήκη. Ένα χρονικό αγώνων για τη μνήμη, τη δικαίωση των προγόνων και την αξιοπρέπεια ενός λαού που αρνήθηκε να ξεχάσει.
















