Λίγοι ενδεχομένως να γνωρίζουν ότι στις αρχές του 20ού αιώνα στον Πόντο λειτούργησε Θεολογική Σχολή με υψηλές εκπαιδευτικές απαιτήσεις και ξεκάθαρο πνευματικό προσανατολισμό.
Η Θεολογική Σχολή του Πόντου ιδρύθηκε το 1904 και άρχισε επίσημα τη λειτουργία της το 1907, με πρώτο διευθυντή τον Γερβάσιο Σουμελίδη. Τον διαδέχθηκε το 1912 ο Άνθιμος Παπαδόπουλος – «για εθνικούς λόγους» σύμφωνα με τον Σάββα Ασλανίδη.
Αρχικά έφερε την ονομασία Ιεροδιδασκαλείο Πρασάρεως, από την περιοχή όπου βρισκόταν, όμως αργότερα μετονομάστηκε σε Θεολογική Σχολή, υποδηλώνοντας τον πνευματικό ρόλο που φιλοδοξούσε να διαδραματίσει. Η λειτουργία της υπήρξε σύντομη –μόλις έξι χρόνια, έως το 1914– καθώς διακόπηκε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η σχολή ήταν χτισμένη κοντά στο χωριό Πράσαρη (Hisarköy σήμερα, στην περιοχή Dereli), περίπου 40 χιλιόμετρα νοτίως της Κερασούντας, πάνω σε απόκρημνο και φυσικά οχυρωμένο βράχο, μέσα σε τοπίο ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς. Ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του μητροπολίτη Χαλδίας Λαυρέντιου Παπαδόπουλου και χρηματοδοτήθηκε από δωρεές της τοπικής κοινότητας και της Μητρόπολης.
Το κτήριο διέθετε αίθουσες διδασκαλίας, κοιτώνες μαθητών, δωμάτια καθηγητών, κουζίνα και τραπεζαρία.
Η φοίτηση ήταν απαιτητική: οι μαθητές γίνονταν δεκτοί μόνο από την Ε΄ τάξη και έπειτα, κατόπιν αυστηρών εξετάσεων, ενώ όλοι διέμεναν υποχρεωτικά εντός της σχολής και φορούσαν ενιαία στολή.
Τα ετήσια δίδακτρα ανέρχονταν σε δέκα χρυσές τουρκικές λίρες, με εξαίρεση ορισμένους αριστούχους μαθητές που φοιτούσαν δωρεάν λόγω οικονομικής αδυναμίας.
Ιδιαίτερα αυστηρή ήταν και η επιλογή των διδασκόντων. Στη σχολή δίδαξαν μόνο καταξιωμένοι εκπαιδευτικοί, όπως οι Ν. Γεωργιάδης, Χ. Ιπακιάδης και Θεόδωρος Μπαλταδόρος, ενώ η συνολική λειτουργία της τελούσε υπό την άμεση εποπτεία του μητροπολίτη Χαλδίας, που φρόντιζε για τη διατήρηση του κύρους και του επιπέδου της εκπαίδευσης.
Η Μονή Πρασάρεως
Η Θεολογική Σχολή λειτούργησε εντός των ορίων της Μονής Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πρασάρεως, η οποία δέσποζε στην περιοχή. Ο ναός ανεγέρθηκε το 1901, στη θέση παλαιότερου προσκυνήματος.
Η μονή αποτέλεσε σημαντικό προσκύνημα για την περιοχή της Κερασούντας και γιόρταζε τέσσερις φορές το χρόνο.
Τα έσοδά της ήταν σημαντικά, γεγονός που οδήγησε και σε διαχειριστικά σκάνδαλα. Σε άρθρο του ο Γεώργιος Κανδηλάπτης έγραφε: «Άπερ μετά την αφαίρεσιν ελαχίστων επιδομάτων δια το Σχολείον της Πρασάρεως, εκαρπούντο οι κατά τόπους επίτροποι των ναών, έξαρχοι και ιερείς ως εκ του πρυτανείου»!
Έτσι ο Γερβάσιος Σουμελίδης παρενέβη για να μην εκτροχιαστεί η κατάσταση. Χαρακτήρισε τη μονή ενοριακή και με τη συμφωνία του δημάρχου Κερασούντας καπετάν Γιώργη Κωνσταντινίδη αλλά και του Ευθύμιου Στεφανίδη, διόρισε ηγούμενο και διαχειριστή της μοναστικής περιουσίας τον αρχιμανδρίτη Ιάκωβο Τσαουσίδη (Τσαούση).
Το Ιεροδιδασκαλείο εγκαινιάστηκε το 1907, ανήμερα τον Δεκαπενταύγουστο. Την πρώτη χρονιά φοίτησαν περίπου 200 μαθητές, κυρίως από τα γύρω χωριά.
Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, το χωριό εκκενώθηκε από τον ελληνικό πληθυσμό και η μονή εγκαταλείφθηκε. Σήμερα, στον χώρο σώζονται μόνο ερείπια, σιωπηλοί μάρτυρες ενός φιλόδοξου πνευματικού εγχειρήματος που έλαμψε έντονα, αλλά για λίγο.
















