Όταν ένας γάλλος φωτογράφος ζήτησε από τέσσερις επιζώντες του Ολοκαυτώματος, τους Σαμ Προφέτα, Μωύς Αμίρ, Αβραάμ Ρομπίσα και Μπαρούχ Σεβή να σηκώσουν τα μανίκια τους και να δείξουν τον αριθμό που είχε χαραχτεί για πάντα στο χέρι τους, δεν φανταζόταν ότι θα αποσπάσει κάτι παραπάνω από ένα πορτραίτο. Οι επιζήσαντες των ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης στέκονται μπροστά στον φακό και με μια χειρονομία σχεδόν τελετουργική, αφηγούνται χωρίς λόγια την ιστορία μιας ολόκληρης κοινότητας· της μακραίωνης και ζωντανής εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης, που σχεδόν εξοντώθηκε ολοκληρωτικά ως αποτέλεσμα της ναζιστικής θηριωδίας.
Η φωτογραφία τραβήχτηκε κάποιες δεκαετίες πριν, στη Θεσσαλονίκη, μία από τις δέκα ευρωπαϊκές πόλεις με σημαντικές, προπολεμικά, εβραϊκές κοινότητες, που επέλεξε ο πολυβραβευμένος φωτογράφος Frédéric Brenner για ένα από τα μεγάλα πρότζεκτ του. Ένας από τους τέσσερις επιζήσαντες ήταν ο πατέρας του Γιομτώβ – Άκη Ρομπίσα, Αβραάμ.
Όταν ο Brenner ήρθε στη Θεσσαλονίκη, ο Άκης Ρομπίσα ήταν αυτός που τον συνόδευσε. «Περπατούσαμε τρεις – τέσσερις μέρες και είχε βγάλει ελάχιστες φωτογραφίες. Μια μέρα, μου ζήτησε να φωτογραφίσει μια ομάδα από τους επιζήσαντες, μεταξύ αυτών και ο πατέρας μου», θυμάται.
Και ήρθαν τέσσερις, που εν πολλοίς συνόψιζαν όλη την ιστορία της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Τους έστησε προσεκτικά. Τους ζήτησε να βγάλουν τα ρολόγια τους.
Ο Άκης Ρομπίσα στεκόταν δίπλα, εκτός κάδρου. Κάποια στιγμή, ο φωτογράφος τού ζήτησε να τους κάνει μια ερώτηση αναγκαία για τη δουλειά του, αλλά συνάμα άχαρη: «Ποια ήταν η πιο δύσκολη στιγμή τους στα στρατόπεδα;».
«Του απάντησα: όχι, δεν γίνεται αυτό […] Εκείνη την ώρα από το μυαλό μου πέρασε ο πατέρας μου, που δεν είχε γράψει τίποτα, δεν είχε πει τίποτα γι’ αυτά τα πράγματα. Κάποια ώρα μετά, κι αφού τους εξήγησα δέκα φορές πως θα σας κάνω μια ερώτηση που μου ζήτησε ο κύριος, την ξεστόμισα. Κι εκεί μαύρισαν όλα…», θυμάται ο κ. Ρομπίσα.

Από την εικόνα στη ζωή
Ο Αβραάμ Ρομπίσα γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. «Ήταν γραμμένος το 1907, αλλά πρέπει να ήταν λίγο πιο μικρός», λέει ο γιος του. «Ο πατέρας μου ήξερε να δουλεύει με τα χέρια του. «Ήξερε να χτίζει, να βάφει, να κάνει τα πάντα. Και έτρεχε και τα έκανε όλα. Η ικανότητα αυτή τον κράτησε ζωντανό στα στρατόπεδα».
Ήταν το μεγαλύτερο από πέντε παιδιά. «Ήταν προστατευτικός», εξηγεί ο γιος του. Κι αυτό φάνηκε αργότερα, με τον πλέον τραγικό τρόπο, όταν στα στρατόπεδα προσπάθησε να σώσει τον μικρότερό του αδελφό, τον Πέπο Ιωσήφ, ο οποίος όμως δεν επέζησε. «Προσπαθούσε να τον σώσει. Έκανε τη δουλειά του και μετά έτρεχε να κάνει και τη δική του. Προσπάθησε πολύ, αλλά στο τέλος τον πήραν…».
Σήμερα, μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Πέπο, σε μια κορνίζα μπρούτζινη ίσα με μια σπιθαμή και σπασμένο τζαμάκι, είναι η μόνη ανάμνηση ενός παιδιού που, όπως όλα όσα χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει. Είναι η φωτογραφία που φυλούσε ως κόρη οφθαλμού ο Αβραάμ Ρομπίσα μέχρι τον θανάτό του και σήμερα έχει καλά φυλαγμένη στο συρτάρι του ο γιος του.
Τα στρατόπεδα, η επώδυνη επιστροφή και το πέπλο μιας εκκωφαντικής σιωπής
Η οικογενειακή ιστορία γεμάτη επώδυνες μνήμες: «Έφυγαν για τα στρατόπεδα στις 17 Απριλίου του ‘43. Οι γονείς του, Γιωμτόβ και Πέρλα, δολοφονήθηκαν αμέσως με την άφιξη. Τους σκότωσαν κατευθείαν. Όπως τους γέρους και τους άρρωστους», εξιστορεί ο Άκης Ρομπίσα.
Ο πατέρας του πέρασε από το Άουσβιτς, το Ζαξενχάουζεν και κατέληξε στο Νταχάου, στο παράρτημα Κάουφερινγκ. Επέστρεψε τον Οκτώβριο του 1945 από τη Γερμανία, αφού απελευθερώθηκε από το Νταχάου. «Ο Ρομπίσα Αβραάμ του Γιομτώβ προερχόμενος εκ Γερμανίας τυγχάνει όμηρος», αναγράφεται στο πιστοποιητικό του Γραφείο Αλλοδαπών της Αστυνομικής Διεύθυνσης Πατρών, που διασώζεται μέχρι σήμερα, ενώ η βεβαίωση του Γραφείου Αιχμαλώτων του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού πιστοποιεί ότι «…ως προκύπτει εκ των εις χείρας του στοιχείων, ο Αβραάμ Γιομτώβ Ρομπίσα διετέλεσεν πολιτικός κρατούμενος των Γερμανικών Αρχών Κατοχής εις Γερμανίας και απελευθερωθείς επέστρεψεν εις Αθήνας την 19ην Οκτωβρίου 1945».

Από τα πέντε παιδιά, γύρισε μόνος. Μόνο η αδελφή του, που είχε φύγει πριν από το μεγάλο πογκρόμ, εξακολουθούσε να είναι εν ζωή, αλλά χιλιόμετρα μακριά από τη γενέθλια πόλη. Μετά την επιστροφή είχε περάσει και από το δικό του μυαλό να φύγει, αλλά ένα ερώτημα τον βασάνιζε κι έμελλε να είναι αυτό που θα τον κρατούσε για πάντα στη Θεσσαλονίκη: «Κι αν γυρίσει κάποιος; Ποιον θα βρει εδώ;»…
Ο Αβραάμ γύρισε σε μια πόλη που δεν ήταν πια η ίδια, σε γειτονιές που είχαν αλλάξει πρόσωπα. Μετά τον πόλεμο, άνοιξε μαγαζί με χρώματα και σιδηρικά, κοντά στην Καμάρα. «Ήταν τίμιος. Υπερβολικά τίμιος!», θα πει ο γιος του, για να προσθέσει: «Όταν γίνονταν διαδηλώσεις, έκρυβε τα στειλιάρια. “Δεν θα τα δώσω να χτυπάνε άνθρωπο”, έλεγε».
Στο σπίτι υπήρχαν λιγοστά παιχνίδια. «Δεν μας αγόραζε πολλά παιχνίδια. Κάθε φορά που βγαίναμε μας ρωτούσε, αν θέλαμε κάτι να φάμε. “Θες φαγητό;” ήταν η ερώτηση, που μου έχει μείνει».
Ο Αβραάμ Ρομπίσα δεν μιλούσε. Όχι επειδή δεν είχε τι να πει, αλλά επειδή ίσως όσα είχε να πει δεν χωρούσαν εύκολα σε λέξεις: το Ολοκαύτωμα, τα στρατόπεδα, η απώλεια, η εξόντωση μιας οικογένειας -όλα αυτά δεν έγιναν ποτέ αφήγηση στο οικογενειακό τραπέζι. Έγιναν σιωπή. Μια σιωπή που ο Άκης ως μικρό παιδί προσπαθούσε να αποκωδικοποιήσει. «Ο πατέρας μου δεν μιλούσε. Δεν έγραψε, δεν κράτησε ημερολόγιο, δεν αφηγήθηκε. Η σιωπή του ήταν εκκωφαντική», εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Ήταν μια σιωπή, στάση ζωής –ίσως και τρόπος επιβίωσης.
Ο αριθμός στο χέρι και η ανεκπλήρωτη επιθυμία
Ο Αβραάμ Ρομπίσα ήταν από τους τελευταίους που επέστρεψε. «Ήταν τραυματισμένος. Είχε πολλά τραύματα πάνω του και είχε κάνει και εγχειρήσεις», λέει ο γιος του, που μεγαλώνοντας θυμάται τις μέρες να κυλούν μέσα στη σιωπή και κάποιες νύχτες να μοιάζουν ατελείωτες. «Ξυπνούσε με παραισθήσεις και μέσα στον ύπνο του φώναζε. Ήξερα ότι ήταν σοβαρά πράγματα. Αλλά δεν τολμούσα να ρωτήσω. Δεν ήθελα να τον βάλω σε διαδικασία να τα σκέφτεται», αφηγείται.
Στο νου του έρχεται και η εικόνα του ίδιου και της αδελφής του να ρωτάνε τον πατέρα τους για το χαραγμένο στο χέρι του αριθμό 16201. «Ρωτούσαμε τι είναι αυτό και μας απαντούσε: Κάτι που θέλω να θυμάμαι…».
Αργότερα, ο Άκης μπήκε ενεργά στην κοινότητα κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του ώστε να κρατήσει τη μνήμη ζωντανή. Ο ίδιος μιλά για όλα όσα, μεγαλώνοντας τα βίωνε ως σιωπή. «Ό,τι ξέρω, το είπα στα παιδιά μου», λέει.
Αν για ένα πράγμα μετανιώνει είναι που δεν πήγε ποτέ με τον πατέρα του στο Άουσβιτς. «Δεν έχω πάει ποτέ εκεί. Ήθελα να πάω με τον πατέρα μου. Να το δω μέσα από τα μάτια του. Πώς, όμως, να του ζητούσα κάτι τέτοιο;», εξομολογείται.
Τα πολιτικά μηνύματα
Με αφορμή την Ημέρα Μνήμης Ελλήνων Εβραίων Μαρτύρων και Ηρώων του Ολοκαυτώματος, o Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Τασούλας, κατέθεσε στεφάνι στο Μνημείο Ολοκαυτώματος στο Θησείο και αμέσως μετά προέβη σε δήλωση υπογραμμίζοντας ότι «σήμερα με δέος, περισυλλογή και σεβασμό, αποτίσαμε ευλαβικό φόρο τιμής στην μνήμη των Ελλήνων Εβραίων Ηρώων και Μαρτύρων του Ολοκαυτώματος», ενώ τόνισε ότι «Ο ελληνικός λαός, η χώρα μας, βαδίζει στην ειρηνική της αποστολή και κάθε 27 Ιανουαρίου τιμά τη μνήμη των συμπατριωτών μας, Εβραίων που πλήρωσαν άδικο και βαρύτατο το τίμημα της δικής τους φυλετικής ταυτότητας. Το στοιχειώδες μας χρέος, επαναλαμβάνω, είναι αυτό. Να θυμόμαστε ώστε το “δεν ξεχνώ” να αποτελεί έναν θώρακα απέναντι στο κακό που πάντα ελλοχεύει».
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης προχώρησε σε μια ανάρτηση για τη συγκεκριμένη ημέρα στην οποία αναφέρει ότι το Ολοκαύτωμα δεν είναι μόνο ένα ιστορικό γεγονός αλλά «είναι και μια διαρκής προειδοποίηση ότι η μισαλλοδοξία, ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός δεν έχουν θέση στις κοινωνίες μας. Γι’ αυτό και παραμένουμε σε εγρήγορση απέναντι στις δυνάμεις του μίσους και του διχασμού» τόνισε.
«Η Ελλάδα τιμά και εφέτος την 81η επέτειο από την 27η Ιανουαρίου του 1945, ημέρα που ο σοβιετικός στρατός απελευθέρωσε το ναζιστικό στρατόπεδο Άουσβιτς-Μπίρκεναου, στην τότε κατεχόμενη από τους Ναζί Πολωνία», αναφέρει το υπουργείο Εξωτερικών, σε ανακοίνωσή του για την Παγκόσμια και Εθνική Ημέρα Μνήμης των Εβραίων Θυμάτων του Ολοκαυτώματος.
Σε ανάρτηση προχώρησε και ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας αναφέροντας ότι «τιμάμε σήμερα τη μνήμη των εκατομμυρίων θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Ανάμεσά τους, μέλη των ελληνικών εβραϊκών κοινοτήτων, όπως της Θεσσαλονίκης και της Κέρκυρας, τα οποία βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στα στρατόπεδα εξόντωσης. Αλήθεια είναι η άρνηση της λήθης. Δεν ξεχνάμε».
Τιμάμε σήμερα τη μνήμη των εκατομμυρίων θυμάτων του Ολοκαυτώματος. Ανάμεσά τους, μέλη των ελληνικών εβραϊκών κοινοτήτων, όπως της Θεσσαλονίκης και της Κέρκυρας, τα οποία βρήκαν μαρτυρικό θάνατο στα στρατόπεδα εξόντωσης.
Αλήθεια είναι η άρνηση της λήθης. Δεν ξεχνάμε.… pic.twitter.com/eh2HRYa61g
— Nikos Dendias (@NikosDendias) January 27, 2026
«Τιμούμε τη μνήμη των εκατομμυρίων θυμάτων του Ολοκαυτώματος, των χιλιάδων Ελλήνων Εβραίων, οι οποίοι εξοντώθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης σε μια από τις πιο σκοτεινές και βάρβαρες σελίδες της ανθρώπινης ιστορίας», ανέφερε, σε δήλωσή του, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-Κινήματος Αλλαγής, Νίκος Ανδρουλάκης. «Σήμερα, που οι ακραίες ιδεολογίες και η ρητορική μίσους επανεμφανίζονται, η μνήμη είναι φρουρός για τη θωράκιση της δημοκρατίας, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη μάχη απέναντι στη μισαλλοδοξία, τον αντισημιτισμό και κάθε μορφή φανατισμού και βίας», τόνισε.
«Η ανθρωπότητα οφείλει να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη τού Ολοκαυτώματος, ώστε να αποτρέψει την επανάληψή του, με οποιαδήποτε μορφή, στο μέλλον», ανέφερε από την πλευρά του ο γενικός γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, Μάξιμος Χαρακόπουλος.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Σοφία Παπαδοπούλου
















