Από το 1987 έως σήμερα μας χωρίζουν 39 χρόνια. Φυσικά έχουν αλλάξει τα πάντα – όχι μόνο στο ελληνικό μπάσκετ αλλά και σε όλο τον πλανήτη. Όμως οι δυο λέξεις «τίμιος γίγαντας» σίγουρα παραπέμπουν στον Αργύρη Καμπούρη. Και συγκεκριμένα στις δύο ελεύθερες βολές που έριξε επιτυχώς και πήραμε το ευρωπαϊκό.
Και όχι μόνο, καθώς αυτή η εθνική πρωτιά έκανε το μπάσκετ να γίνει πρωτεύον άθλημα στις καρδιές των Ελλήνων, και να φτάσει ορισμένες φορές να αντικαταστήσει και το ποδόσφαιρο στην αγάπη του κόσμου.
Και ναι, ακόμα και το αγνό 1987, το «τίμιος γίγαντας» στη μετάδοση του Φίλιππου Συρίγου ακουγόταν κάπως, όμως τελικά έμεινε. Και όχι σαν vintage troll. Ξέχωρα όμως από το θρίαμβο του 1987, ο Αργύρης Καμπούρης υπήρξε ένας σπουδαίος μπασκετμπολίστας που μαζί με κάποιους άλλους πήραν το άθλημα από τα…μπετά και το έβαλαν στα μεγάλα σαλόνια. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Τα πέτρινα χρόνια
Ο Αργύρης Καμπούρης λοιπόν γεννήθηκε σαν σήμερα το 1962, στην Αστυπάλαια. Σε πολύ μικρή ηλικία ήρθαν οικογενειακώς στον Πειραιά, κάτι που τον χαρακτήρισε για όλη του την ζωή, αφού έγινε και παραμένει Ολυμπιακός.
Και ως επαγγελματίας, και στα…πιστεύω του. Και τότε, και τώρα.
Μεγάλωσε σε μια πολύτεκνη οικογένεια, (7 παιδιά) με τον πατέρα του να δουλεύει κυρίως σε οικοδομές. Έτσι ο Αργύρης από πολύ νωρίς χρειάστηκε να τον βοηθήσει. Όμως παράλληλα με όλα αυτά υπάρχει και η αγάπη για τον αθλητισμό, και δη για το μπάσκετ. Βέβαια στα τέλη της δεκαετίας του 70 ένας έφηβος με μπόι πάνω από 2 μέτρα, δεν ήταν και ο πιο αγαπημένος του κόσμου. Ρατσισμός από την ανάποδη.
Τον Αργύρη όμως δεν τον πτόησαν οι δυσκολίες της ζωής, θα τον πτοούσαν όλα τα παραπάνω; Τα πρώτα του βήματα ως μπασκετμπολίστας τα έκανε στα τμήματα υποδομής του Ολυμπιακού. Από το 1978 ανήκει στους κόκκινους, εκτός από την σεζόν 1980-81 όπου εστάλη δανεικός στην ομάδα του Α.Ν.Ο. Γλυφάδας στο πλαίσιο της μετεγγραφής του Γιάννη Παραγιού. Την επόμενη περίοδο επέστρεψε στο λιμάνι όπου είχε μακρά καριέρα μέχρι το 1995.
Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι ο Αργύρης Καμπούρης είναι ο συνδετικός κρίκος των… τσίγκων του Παπαστράτειου με τη χρυσή εποχή του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας και της επιστροφής του Ολυμπιακού στην θέση του πρωταθλητή.
Στο διάστημα αυτό, αφού κράτησε ομάδα ζωντανή στα… πέτρινα χρόνια των 80’s, δικαιώθηκε, όντας ο αρχηγός των τριών πρώτων πρωταθλημάτων της εποχής του Γιάννη Ιωαννίδη (1993-94-95).

Από τη θέση του αρχηγού κατέκτησε τρία Πρωταθλήματα (1993, 1994, 1995) και ένα Κύπελλο Ελλάδας (1994). Επιπλέον συμμετείχε σε δύο τελικούς Ευρωλίγκας, στο Τελ Αβίβ το 1994 και στη Σαραγόσα το 1995. Την καριέρα του έκλεισε στον ΓΣ Περιστερίου, όπου και αγωνίστηκε την περίοδο 1995-96.
Η μεγάλη ώρα της εθνικής
Το 1985 ο αξέχαστος προπονητής Κώστας Πολίτης διακρίνει τις δυνατότητες του Αργύρη και να τον κάνει μέλος της εθνικής ομάδας, στο πλαίσιο της ανανέωσής της.

Αρχικά κάλυψε το κενό του απόντα Παναγιώτη Φασούλα στο Μουντομπάσκετ της Ισπανίας (1986) και το 1987 στο Πανευρωπαικό της Αθήνας ήταν αυτός που έδινε ανάσες στην «αράχνη» (το παρατσούκλι του Φασούλα). Αλλά μετά τον τραυματισμό του Νίκου Φιλίππου, μόλις στο δεύτερο παιχνίδι της πρώτης φάσης, απέναντι στους Γιουγκοσλάβους, ο Καμπούρης ανέλαβε ενεργό ρόλο.
Και φτάνουμε στον μυθικό τελικό της 14ης Ιουνίου με τη Σοβιετική Ένωση στο ΣΕΦ.
Στην τιτανομαχία του τελικού βγήκε μπροστά ειδικά όταν τέθηκε νοκ άουτ λόγω πέντε φάουλ ο Φασούλας, αλλά αυτός έβγαλε… νοκ άουτ τους ψηλούς των Σοβιετικών, με αποκορύφωμα το χρυσό επιθετικό ριμπάουντ που άρπαξε και μαζί το φάουλ από τον Βάλερι Γκομπόροφ, στο ισόπαλο 101-101!
Εκείνη τη στιγμή όλο το ΣΕΦ έχει «παγώσει» από την αναμονή των βολών που έμελλε να γραφτούν στην ιστορία. Ο Νίκος Φιλίππου στον πάγκο δεν μπορεί καν να κοιτάξει, αγκαλιάζοντας τον γιατρό Κώστα Παρίση, ενώ ο Παναγιώτης Γιαννάκης σαν θηρίο στο κλουβί τού φωνάζει «μην κοιτάς γύρω σου. Βάλ’ τες!».
Από το χέρι του μπήκαν οι βολές για το… 101-102 και το 101-103, τέσσερα δευτερόλεπτα πριν από το τέλος της δραματικής παράτασης, μετά το φάουλ που κέρδισε από το παλικαρίσιο επιθετικό ριμπάουντ που πήρε από το άστοχο σουτ του Μέμου Ιωάννου από την κορυφή της ρακέτας.

«Ούτε αγχώθηκα, ούτε ένιωσα ότι πιέζομαι, ούτε φοβήθηκα, ούτε πανικοβλήθηκα», είπε εκείνος αργότερα: «Αναίσθητος πήγα, αναίσθητος τις σούταρα, αναίσθητος τις έβαλα. Γύρω μου γινόταν χαμός, αλλά κατάφερα να μείνω ψύχραιμος, να αυτοσυγκεντρωθώ και να τακτοποιήσω το θέμα», είχε δηλώσει.
Ωστόσο, το τεράστιο πάρτι που ακολούθησε εκείνο το βράδυ δεν μπόρεσε να το απολαύσει όπως θα ήθελε, αφού στα αποδυτήρια, μετά τον τελικό, πληροφορήθηκε πως ο πατέρας του είχε υποστεί έμφραγμα μετά τον ημιτελικό με την Γιουγκοσλαβία, κάτι που είχε κρατηθεί μυστικό για να μην επηρεαστεί.

Όταν μιλάνε οι αριθμοί
Στα δέκα χρόνια που αγωνίστηκε στην Εθνική συμμετείχε σε τρία Ευρωπαϊκά Πρωταθλήματα (1987, 1989, 1991) και σε δυο Παγκόσμια Πρωταθλήματα (1986, 1990), αγωνιζόμενος σε 131 αγώνες και σκοράροντας συνολικά 529 πόντους. Στο Ευρωμπάσκετ του 1989 κέρδισε το ασημένιο μετάλλιο.

Την προπονητική του καριέρα την ξεκίνησε με την ομάδα του ΓΣ Αγίων Αναργύρων, την οποία οδήγησε από τη Β’ ΕΣΚΑ στη Γ’ Εθνική Κατηγορία, ενώ έχει δουλέψει ακόμα στον ΑΟ Αιγάλεω, την Ελευσίνα και τον ΑΣ «Νίκη» Αμαρουσίου. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στα τμήματα υποδομής του Ολυμπιακού ως τεχνικός σύμβουλος.

Ένας απλός άνθρωπος
Χαρακτηριστικό της αγάπης του Αργύρη Καμπούρη για τον Ολυμπιακό, το γεγονός πως ακόμα και σήμερα, 31 χρόνια μετά την αποχώρηση του από τους Πειραιώτες, συνεχίζει να βρίσκεται ανελλιπώς στο πλευρό της ομάδας, παρακολουθώντας συνεχώς τον αγαπημένο του Θρύλο από τις εξέδρες του ΣΕΦ.
Εδώ και αρκετά χρόνια είναι ο υπεύθυνος των Ακαδημιών των «ερυθρόλευκων» ενώ κάποια στιγμή είχε ανοίξει ένα μαγαζί με αθλητικά είδη. Ο γιος του, Νίκος Καμπούρης, ακολούθησε τα βήματά του.

Και μπορεί από τότε να άλλαξε η ιστορία του μπάσκετ και γενικότερα του ελληνικού αθλητισμού, μπορεί οι ήρωες εκείνου του τελικού να έγιναν τα πρόσωπα της ημέρας, όμως ο Αργύρης Καμπούρης κράτησε αυτό που θα λέγαμε χαμηλό προφίλ. Παρέμεινε ως το φινάλε της καριέρας του στην ομάδα της καρδιάς του, παρά τις σειρήνες που εκτός από μαγικό ήχο, είχαν και πολλά μηδενικά δίπλα τους.

Όπως σημειώνει ένας αθλητικογράφος: «Δεν ήταν εξωστρεφής, δεν έπαιζε με ιερό φανατισμό, δεν πούλαγε τσαμπουκά ή οπαδιλίκι, δεν ξεσήκωνε τις εξέδρες, δεν είχε φλογερό ταμπεραμέντο, δεν παθιαζόταν έκδηλα μέσα στο γήπεδο, δεν εκνευριζόταν, δεν αντιδρούσε έντονα, δεν τσακωνόταν, δεν θύμωνε, δεν πανηγύριζε έξαλλα, δεν έχανε την ψυχραιμία του. Ήταν γεμάτος με όλα τα “δεν”, που δεν γουστάρουν οι φανατικοί οπαδοί.
»Οι μόνες στιγμές που επενέβαινε δυναμικά ήταν για να χωρίσει συμπλεκομένους και να αποτρέψει επεισόδια.
»Και όχι μόνο ως παίκτης, αλλά και αργότερα. Το 2006 σε αγώνα Ολυμπιακού-ΠΑΟ στο ΣΕΦ κατόρθωσε να γλιτώσει ένα σωρό δημοσιογράφους από το άγριο ξύλο, που τους περίμενε μετά από ντου πλήθους οπαδών του Ολυμπιακού».
Όποιος τον παρατηρεί στις ελάχιστες συνεντεύξεις που δίνει, πάντοτε έχει έναν καλό λόγο να πει. Κυρίως για τη νέα γενιά. Γιατί ο «τίμιος γίγαντας» ή «Τοτέμ» όπως τον αποκαλούν είναι ψυχάρα, καλοσυνάτος, και ένας χορτασμένος άνθρωπος. Και πάνω απ’ όλα, ήρεμος και ανοιχτόκαρδος. Ένας απλός άνθρωπος δηλαδή, που οι περισσότεροι θα θέλαμε να τον έχουμε φίλο. Και συνεργάτη.
Σπύρος Δευτεραίος
















