Είναι ο θείος μου, αδελφός του πατέρα μου, γεννημένος το 1944. Και χάρη σε εκείνον –και (κυρίως) στη θεία μου–, μαζευόμαστε συχνά-πυκνά γύρω από το ίδιο τραπέζι. Εμείς να μιλάμε (και) για τα ταξίδια που θέλουμε να κάνουμε, για τα μέρη που θέλουμε να πάμε. Λέμε και για τη (μακρινή) Αυστραλία· έχουμε συγγενείς στο Σίδνεϊ, δεν έχουμε πατήσει το πόδι μας στην πόλη τους. Εκτός από εκείνον.
Μας αρέσει να τον πειράζουμε για τα λιμανίσια αγγλικά του και για το «Έχω πάει» για κάθε χώρα που αναφέρουμε – αρκεί να έχει μεγάλο εμπορικό λιμάνι. Τον πειράζουμε γιατί τη δική μας λαχτάρα για φευγιό δεν την συμμερίζεται. Και έχει τους λόγους του.
Ο Χρήστος Βορύλλας μεγάλωσε τσελιγκόπουλο. Τι σχέση είχε αυτός με τη θάλασσα, όταν το μόνο που ήξερε ήταν τα βουνά του χωριού του, της Κέρτεζης Καλαβρύτων; Όση σχέση είχε και το γεγονός ότι στα 13-14 του βρέθηκε στην Άνω Κυψέλη, σε ένα παντοπωλείο «να κάνει τον Ζήκο, το μπακαλοπαίδι», για ένα πιάτο φαΐ και ένα στρώμα να κοιμάται.

«Πρόσεξε εκεί που θα πας, να μην αρχίσεις τις κλεψιές και τις ασωτίες, μετά δεν έχεις θέση στο σπίτι» ήταν η… συμβουλή του πατέρα του. Και στην καταρρακωμένη, μεταπολεμική Ελλάδα αυτό έβγαζε απόλυτο νόημα σαν εφόδιο για ένα ανήλικο αγόρι που μέχρι τότε δεν είχε πάει πέρα από το δικό του χωριό και τα διπλανά.
Όσο νόημα έβγαζε και το να φορτώνεις κορμιά σε ένα καράβι για να φτάσουν στην άλλη άκρη του κόσμου, όταν δεν γνώριζαν καλά-καλά τα σύνορα του δικού τους.
Έξι μήνες το αφεντικό δοκίμαζε το νεαρό αγόρι· να το δελεάσει να απλώσει χέρι, να βρει μια αφορμή να το διώξει έπειτα από δύο χρόνια που το είχε στη δούλεψή του. Τελικά του έδωσε τελεσίγραφο: οι δουλειές δεν πάνε καλά, να βρει αλλού να πάει. «Δεν είχα παρά τη γύμνια μου, ούτε μια βαλιτσούλα να βάλω ρούχα, τι ρούχα δηλαδή» λέει σήμερα ο 82χρονος Χρήστος Βορύλλας.
Θάλασσα δεν είχε δει ποτέ μέχρι τότε – αλλά «ένεκα η ανάγκη». Ένας χωριανός του τού είπε πως μπορεί να του βγάλει ναυτικό φυλλάδιο, και έτσι εκείνος –17 χρονών τότε– πρωτοαντίκρισε λιμάνι όταν κατέβηκε στον Πειραιά. Για να φύγει στο εξωτερικό χρειαζόταν τρίμηνη προϋπηρεσία και έτσι παρακάλεσε να τον πάρει μαζί του ένας καπετάνιος που έκανε το δρομολόγιο προς και από τη Σαλαμίνα.


Το πρώτο καράβι στο οποίο έπιασε «κανονική» δουλειά ήταν πειρατικό: πρώτη στάση Κάιρο, μετά Σουέζ. Από εκεί Ινδονησία για να αναλάβει πόστο στο κατάστρωμα και μετά Βουλγαρία – «τριάντα μερόνυχτα και μ’ έπιανε η θάλασσα, με πέθαινε».
Η κλήση για να εκπληρώσει τη στρατιωτική του θητεία τον έβγαλε στη στεριά – απολύθηκε το 1967, έπειτα από 24 μήνες. Χωρίς μία στην τσέπη (τι πιο σύνηθες, άλλωστε) έπιασε δουλειά σε οικοδομή· αλλά δεν του έκανε. Έτσι κατηφόρησε και πάλι στον Πειραιά όπου είδε για πρώτη φορά το «Πατρίς».
Το υπερωκεάνιο του Οίκου Χανδρή διαφημιζόταν ευρέως στον Τύπο της εποχής – το κεντρικό σύνθημα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία ήταν: «Η Ευρώπη αρχίζει από την Ελλάδα, επισκεφθείτε την». Όπως ανέφεραν τα Ναυτικά Χρονικά στο τεύχος της 1ης Ιανουαρίου 1960, «η σπουδαιότερη εξέλιξη στην υπερωκεάνια επιβατηγό ναυτιλία για το 1959 ήταν αναμφισβήτητα η ίδρυση της νέας εθνικής γραμμής προς την Αυστραλία».


Από τις περιγραφές μπορεί να το φανταστεί κάποιος σαν τον «Τιτανικό», όπως τον έδειξε στο σινεμά ο Τζέιμς Κάμερον. Πολυτέλεια, με σάλες για εκδηλώσεις, πισίνα, παιδικό σταθμό, καφενείο, δύο κινηματογραφικές αίθουσες, ελληνικά γλέντια με ορχήστρα κάθε βράδυ – για τους ξένους όμως, αυτούς που είχαν να πληρώσουν.
Στις τουριστικές θέσεις άλλο ήταν το πραγματικό φορτίο. «Φτώχεια και νιάτα, αυτό κουβαλούσε» λέει ο Χρήστος Βορύλλας.
Το πρώτο ταξίδι προς την Αυστραλία από τον Πειραιά ξεκίνησε στις 14 Δεκεμβρίου 1959· έδεσε στο Φρίμαντλ στις 2, στη Μελβούρνη στις 6 και στο Σίδνεϊ στις 9 Ιανουαρίου 1960. Με λουλούδια, σοκολάτες και ενθύμια στέκονταν στις προκυμαίες οι Έλληνες, για να υποδεχθούν τους συμπατριώτες τους.


Θα μπορούσε να ήταν και ο ίδιος ένα τέτοιο φορτίο. Παρακάλεσε πολύ για να βρει δουλειά στο «Πατρίς»· χάρη στην καλοσύνη μιας γυναίκας, από την οποία ζήτησε ένα κέρμα ώστε να βγάλει εισιτήριο για να ανέβει στην Αθήνα, ένα όνομα σβήστηκε και το δικό του μπήκε στη θέση του. Είχε όμως και μια τελευταία παράκληση: να πάρει μια προκαταβολή και να αργήσει να μπαρκάρει μία μέρα, ώστε να προλάβει να αποχαιρετήσει τους δικούς του στο χωριό, που είχε τόσο καιρό να τους δει.
Θα μπορούσε επίσης να είχε διαγράψει την πορεία του άλλου μου θείου, του Γιάννη (πέντε αγόρια έκανε η γιαγιά μου), που τον «παζάρεψαν για την Αυστραλία».
Σχεδόν παρά τη θέλησή του μπήκε στο καράβι, καθώς τον περίμενε νύφη εκεί. Ο πατέρας της και ο παππούς μου τα είχαν βρει για κάτι βοσκοτόπια και το τίμημα ήταν ο Γιάννης Βορύλλας να μεταναστεύσει. «Ουουου, έχει ψηλώσει τώρα, πού να την δεις. Είχα γράμμα και μου έλεγαν ότι έγινε 2 μέτρα» υποστήριζαν για τη νύφη, για να κάμψουν τις όποιες αντιρρήσεις του· το έλεγαν και το πίστευαν, άλλωστε τη ζωή κάποιου άλλου αφορούσε.
Σύμφωνα με την οικογενειακή ιστορία, ενώ αρχικά είπε το «ναι», μετά άλλαξε γνώμη – είχε απολυθεί από φαντάρος, έβγαζε καλό μεροκάματο ως μπογιατζής στην Αθήνα και είχε σχέση με μια δασκάλα.
«Δεν μπορείς να με ξεφτιλίσεις εμένα» του είπε ο παππούς, και έτσι ανέβηκε στο πλοίο. Δύο ξαδέρφες του –που επίσης δεν ήθελαν τη νύφη– προσπάθησαν ανεπιτυχώς να τον φυγαδεύσουν με το που πάτησε το πόδι του στα χώματα που έμελλαν να γίνουν τελικά νέα πατρίδα.

«Πατρίς» λοιπόν το υπερωκεάνιο. Και τι πιο ταιριαστό. Τον θείο Γιάννη τον έστειλε στην άλλη άκρη του κόσμου ο πατέρας του έπειτα από πρόσκληση της μέλλουσας συζύγου, πολλούς και πολλές άλλους η ίδια η πατρίδα. Πίσω από τη μαζική μετανάστευση βρισκόταν η περιβόητη ΔΕΜΕ (Διακυβερνητική Επιτροπή Μεταναστεύσεως εξ Ευρώπης / Intergovernmental Committee for European Migration – ICEM).
Ουσιαστικά ήταν το «όργανο» της διακρατικής συμφωνίας που τέθηκε σε ισχύ το 1952, και έως το 1980 χρηματοδότησε τα ταξίδια όσων είχαν πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων, ήταν αρτιμελείς και περνούσαν από τη συνέντευξη.
«Το “Πατρίς” ήταν 24.000 τόνους, με 330 άτομα πλήρωμα και έπαιρνε 1.400 επιβάτες. Γυναίκες και άνδρες κοιμούνταν ξεχωριστά, ανά πέντε ή έξι μαζί. Προτού κλείσει το Σουέζ λόγω του πολέμου στο Βιετνάμ, η διαδρομή ήταν Βηρυτός-Σουέζ-Άντεν-Αυστραλία. Μετά πηγαίναμε από Κύπρο και Ακρωτήρι Καλής Ελπίδας – θέλαμε 37 μερόνυχτα ως το Σίδνεϊ. Γεμάτοι πηγαίναμε, γεμάτοι γυρνούσαμε. Την πρώτη φορά έμεινα 17 μήνες, μετά μπάρκαρα για Αμερική, και τη δεύτερη φορά έμεινα άλλους 17 μήνες – έφυγα κακήν κακώς λόγω ενός προβλήματος στο πόδι» λέει ο Χρήστος Βορύλλας.
Παρά τις δυσκολίες, σκεφτόταν να γίνει και ο ίδιος μετανάστης· η ζωή τα έφερε έτσι που δοκίμασε για λίγο την τύχη του στις ΗΠΑ, όταν το έσκασε από το καράβι μαζί με έναν άλλον και πήγαν για λαντζιέρηδες σε εστιατόριο. Εάν δεν τους είχαν καρφώσει στο αντίστοιχο Αλλοδαπών, ίσως η ιστορία του να είχε διαφορετική τροπή.



Πίσω όμως στο «Πατρίς» και στο φορτίο του: «Νέοι άνθρωποι· όσο ήμουν εκεί βρήκα και παιδιά που κάναμε μαζί φαντάροι. Αλλά έμπαιναν και 16-17 χρονών αγόρια, όπως και οικογένειες. Οι περισσότεροι πήγαιναν με πρόσκληση, οι υπόλοιποι με τη ΔΕΜΕ» λέει ο Χρήστος Βορύλλας και δείχνει μια φωτογραφία στην οποία απεικονίζονται ο ίδιος, ο καπετάνιος και μια γυναίκα. Είναι Πάσχα, κρατούν κόκκινα αυγά· η γυναίκα ήταν ο σύνδεσμος της Επιτροπής.
«Και πολλοί πήγαιναν με μια φωτογραφία, να παντρευτούν στο άγνωστο – είναι αληθινότατη η ταινία Νύφες» προσθέτει, αναφερόμενος στο φιλμ του Παντελή Βούλγαρη.
Και τότε ήρθε η σειρά του αδελφού του –και πατέρα μου– να παρέμβει, για να πει την ιστορία της ξαδέλφης τους, της Τασίας: Εκείνη βρισκόταν ήδη στην Αυστραλία όταν της έκαναν προξενιό με φωτογραφία. Μόνο που ο υποψήφιος γαμπρός έμπλεξε με άλλη στο καράβι και παράτησε σύξυλη τη νύφη. «Και περίμενε η Τασία με τα λουλούδια» προσθέτουν με μια φωνή, Χρήστος και Κώστας.

Και δεν ήταν μόνο η Τασία. Μέχρι τώρα θυμάται ότι ήταν 12-4 βάρδια και χάζευε μια γυναίκα γύρω στα 30 να αφήνει τον άνδρα της πίσω στον Πειραιά – σφιχτές αγκαλιές, καημός, κλάματα, θρήνος του αποχωρισμού. «Από τη μία τους ζήλευα, σκεφτόμουν πόση αγάπη του έχει» περιγράφει. Το συναίσθημα όμως δεν κράτησε πολύ, καθώς λίγο μετά την… συνάντησε σε μια κρυφή γωνιά του καταστρώματος με τον εραστή της – τον γνώρισε εκεί, τον ήξερε από πριν; Ποτέ δεν έμαθε.
Στις πιο πιπεράτες αναμνήσεις είναι και ένας άνδρας με μια γυναίκα που ταξίδευαν μαζί με τις οικογένειές τους. Βγήκαν στο Γιβραλτάρ για «βόλτα», αλλά εκείνος είχε ξεχάσει να γυρίσει το ρολόι από την ώρα Ελλάδας και το πλοίο έφυγε. Το πρόλαβαν αφότου είχε ανοιχτεί λίγο και επιβιβάστηκαν με βάρκα – «μέχρι να πιάσουμε Αυστραλία δεν ξαναφάνηκαν» διηγείται.

Οι ρεκλάμες της εποχής για τη Γραμμή Ελλάδος-Αυστραλίας ΑΕ υπαινίσσονταν κάτι συναρπαστικό – και για την εποχή ήταν, αν ήσουν τουρίστας· το μαρτυρούν οι φωτογραφίες που έχει ο θείος μου, καθώς εν πλω βρισκόταν και φωτογράφος (όπως και κουρέας).
Σε εκείνον όμως αυτό περνούσε απαρατήρητο, και ας ήταν η δουλειά του. «Τι να σου πω, τι μου έκανε εντύπωση… Η απελπισία, η στεναχώρια, το κλάμα. Φεύγαμε από εδώ, μαζευόταν ο κόσμος στο λιμάνι. Εκεί να δεις, κλάματα, ουρλιαχτά με το που σφύριζε το καράβι. Περνούσαν δυο μέρες για να ακουστεί μια φωνή αφότου σαλπάραμε. Μάτια πρησμένα, στόματα κλειστά, πρόσωπα ωχρά».
Σε ερώτηση αν συνάντησε ποτέ κάποιον ή κάποια που να χαιρόταν πραγματικά που έφευγε, είναι κατηγορηματικός: «Κανέναν και καμία». Μάλιστα, όπως λέει, στις επιστροφές επεδίωκε να πιάνει φιλίες για να μάθει για «αυτή την περίφημη ζωή της Αυστραλίας» – ναι, δεν άντεχαν όλοι και όλες. Πλήρωναν τα ναύλα και γυρνούσαν πίσω. «Ένας μου είχε πει “Καλύτερα στο Βιετνάμ”, άλλος: “Πατρίδα που δεν μυρίζουν τα λουλούδια δεν αξίζει”».

Και αν κάποιον θυμάται ονομαστικά είναι έναν λοχία από την εποχή που υπηρετούσε στο στρατό, ονόματι Αρβανιτίδη, ο οποίος ταξίδευε με τη γυναίκα και το παιδί τους. Αυτός, όταν έπιασαν Μελβούρνη, του ζήτησε 20 δολάρια ώστε αν δεν τους περίμενε κανείς στο λιμάνι να πάρουν ταξί και να πάνε στο σπίτι όπου θα τους φιλοξενούσαν. «Το φαγητό ήταν μέσα στο εισιτήριο. Αλλά ένας καφές, τσιγάρα… Τόσες μέρες, τελείωναν τα λεφτά» λέει – για την ιστορία, δεν πήρε πίσω τα δανεικά.
Όσο συνεχίζεται η κουβέντα μας θυμάται και έναν Άγγλο που πέθανε εν πλω την ώρα που χόρευε και αναγκάστηκαν να τον ταριχεύσουν, έναν Πορτογάλο που πήραν από φορτηγό πλοίο και εγχειρίστηκε εσπευσμένα λόγω οξείας σκωληκοειδίτιδας.


«Ναι, μας έδινε καλό χαρτζιλίκι. Αλλά μία φορά κατέβηκα στο λιμάνι να τον δω. Με έπιασαν και μένα τα κλάματα όταν είδα τις μανάδες να ουρλιάζουν και να σκίζουν τα ρούχα τους. Και θυμάμαι στο χωριό τη θειά μας την Κωνσταντίνα να κάθεται μέρες και να φωνάζει για την κόρη της τη Βάσω: “Παιδί μου πού έφυγες, πού πας”. Και κάτι μάλλον ήξερε βαθιά μέσα της, γιατί μέσα στο συγγενικό σπίτι από το οποίο της έγινε πρόσκληση την βίασαν. Τι τα θες, δεν υπήρχε οικογένεια χωρίς κάποια δυστυχία». Και αυτή η τελευταία φράση ανήκει στον πατέρα μου, Κώστα.
Γεωργία Βορύλλα
















