Η Ελισάβετ Παπαδοπούλου γεννήθηκε στον οικισμό Δάικονα της Μούζενας, στην εκκλησιαστική επαρχία Χαλδίας–Κερασούντας. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Αργυρούπολης και είχε περίπου 250 Έλληνες κατοίκους, των οποίων η κύρια ασχολία ήταν στα μεταλλεία της Αργυρούπολης.
Στον οικισμό υπήρχε εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου και σχολείο, που περιλάμβανε έως και την πρώτη τάξη του σχολαρχείου, ενώ αρκετοί από τους κατοίκους ξενιτεύονταν στη Ρωσία.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Όταν φύγαμε από το χωριό μας για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων τα διάφορα ιερά της εκκλησίας του Ζαντού τ’ Αγιάρ1 και των άλλων εκκλησιών του χωριού μας, φροντίσαμε κατάλληλα και τα κρύψαμε. Οι καλόγριες πήρανε μαζί τους την εικόνα του Αγίου Γεωργίου που ήταν όλο ασήμι, το θυμιαντήρι που ήταν ολόχρυσο που το δώρισε ο Θοδωρής Διακονάς. Η οικογένειά μας το ζήτησε πίσω, αλλά οι καλόγριες δεν το δώσανε. Τον επιτάφιο, εξαπτέρυγα, «παντέρας»=εικόνες σαν σημαίες, τα κρύψαμε μέσα στο μνήμα του πρώτη Διακονά που ήταν «λυκοπάππος»2 μου.
Τα δε ιερά άμφια τα κάψαμε για να μη πέσουν στα χέρια των Τούρκων, γιατί το θεωρούσαμε αμαρτία να τα περιπαίξουν αυτοί. Τα άλλα πράματα της εκκλησίας τ’ αφήσαμε έτσι εκτεθειμένα, όπως και όλην την ακίνητη περιουσία της και φύγαμε […]
Όπως φροντίσαμε για την εκκλησία του Ζαντού τ’ Αγιάρ κατά την φυγή μας, έτσι κάναμε και για την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη. Αυτή αντικείμενα μεγάλης αξίας δεν είχε, όπως η προηγούμενη εκκλησία, αλλά όσο να είναι, σαν εκκλησία πάλι θα είχε τα απαραίτητα. Τον επιτάφιο, τα εξαπτέρυγα, παντέρας κ.λπ. τα κρύψαμε μέσα στην «Ταρά»=κρυψώνα σε τοίχο της Τοπουζίνας. Τα ιερά άμφια επίσης τα κάψαμε για τους γνωστούς λόγους. Τα εικονίσματα, τα βιβλία και άλλα είδη του Αγιάννη όπως και των άλλων εκκλησιών του χωριού μας τα κρύψαμε μέσα στα μνήματα του χωριού.
Και έτσι, αφού τακτοποιήσαμε ό,τι χρειάζονταν για τις εκκλησίες με ψυχικό σπαραγμό, τις εγκαταλείψαμε και φύγαμε, αλλά και με λαχτάρα χαράς διότι σύντομα επιτέλους θα αποκτούσαμε τη λευτεριά μας.
Όταν έγινε η οπισθοχώρηση των Ρώσων τούς ακολούθησαν πολλοί κάτοικοι του χωριού μας, όπως και από τα άλλα χωριά τα ελληνικά. Εμείς κάπου επτά-οκτώ σπίτια δεν μπορέσαμε και μείναμε στο χωριό. Από τότε δε αρχίσανε τα μαρτύριά μας από τις επιδρομές των Τούρκων της Ζύγανας. Γι’ αυτό, επειδή άλλο ζωή δεν γινόταν στο χωριό μας, φύγαμε ενωρίς, το 1919 και πήγαμε στο χωριό Πέντε Εκκλησιές3 που ήταν τούρκικο και πρώην ελληνικό. Είχε μέσα στο χωριό αυτό τέσσερα σπίτια ελληνικά που ζούσαν αγαπημένα με τους Τούρκους. Πήγαμε σ’ αυτούς που μας προστάτευσαν αρκετό καιρό. Το χωριό αυτό ήταν δίπλα στην κωμόπολη Ταταπατλή και προς την Τραπεζούντα. Από εκεί κατεβήκαμε κατόπιν στην Τραπεζούντα. Εκεί ήταν μαζεμένος πολύς ελληνισμός που περίμενε την αναχώρησή του για την Ελλάδα. Οικογένειες ολόκληρες μένανε στο ύπαιθρο ή σε τίποτε ερειπωμένες αποθήκες. Από την Τραπεζούντα πήγαμε στον Άγιο Στέφανο, νησάκι Κωνσταντινούπολης και μείναμε ένα χρόνο και από εκεί με την Ανταλλαγή το 1922 ήρθαμε στην Ελλάδα.
















